Μπες στα παπούτσια μου Speak.Easy

Το αλάτι της ζωής

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

ευφαντασία πρώτη

Φόρεσε φόρεμα μπλε σε γραμμή κλος. Έπλεξε βιαστικά τα μαλλιά της και τα στερέωσε πάνω από τον ώμο της με τρία τσιμπιδάκια. Έβαλε κραγιόν κόκκινο. Kλείδωσε την πόρτα δύο φορές και κατέβηκε στην είσοδο της διπλοκατοικίας να τον περιμένει. Κάθισε στα σκαλιά, ανασκούμπωσε τα χνώτα της, τύλιξε με περίσσεια προσοχή το κασκόλ της και ύστερα έπαυσε· να ατενίσει τη γάτα που ψαχούλευε τα σκουπίδια.

ευφαντασία δεύτερη

Του πρότεινε απόψε να ακολούθησουν μια εναλλακτική διαδρομή μέσα από τα δαιδαλώδη καλντερίμια της Κοπεγχάγης. Απέφευγε να την πλησιάσει αρκετά. Μόνο κάποιες φορές το χέρι του συνέπεφτε με το δικό της. Μίλησαν για διάφορα θέματα. Είπαν λέξεις που δεν είχαν ξαναειπωθεί-προσωπικές, αυθόρμητες, νεανικές. Ανά διαστήματα τους προσπερνούσαν άγνωστοι -επιμελώς γνωστοί-, μεθυσμένοι -νηφάλιοι- από τα κρασιά ή τη νιότη.

ευφαντασία τρίτη

Την τράβηξε απότομα πίσω από ένα μισογκρεμισμένο τοίχο της υποσχέθηκε να κρατάει τους ήλιους του πάντα φανερούς μοναχά γι’ αυτήν. Τη φίλησε κάτω από το φως της ξεχασμένης λάμπας. Σε εκείνο το φιλί πραγμάτωσε ό,τι είχε με τα χρόνια ευχηθεί και εκείνος και εκείνη. Την έπιασε από τον ώμο και την κατεύθυνε προς μία άγνωστη κατεύθυνση. Το υλικό της νιότης είναι χρυσός. Χρυσή ήταν και η καρδιά της εκείνα τα λεπτά.

ευφαντασία τέταρτη

Η πρώτη τους νύχτα στην Κοπεγχάγη ήταν ολωσδιόλου απρεπής. Παρέες χρωματισμένες με κόκκινο βαθύ αντάλλαζαν ιδέες και εμπειρίες εσωτερικής χρήσης. Το βράδυ εκείνο ο καθένας ήπιε τα όνειρα του και ανακύκλωσε τις μνήμες του· τα βροχερά πρωινά του Φεβρουαρίου που περνούσε -σαν κανόνα απαράβατο- από την πλατεία Κοτζιά και έπαιρνε ζεστό καφέ και τρία μπισκότα σοκολάτας από τον κύριο Ανδρέα, που χρόνια διατηρούσε το γωνιακό μπιστρό, τις πολυκαιρισμένες πολαρόιντ που είχε θάψει στο μπαούλο που πλέον χρησιμοποιούσε ως τραπεζάκι σαλονιού, τα προβοκατόρικα αρθράκια που έγραφε στην εφηβεία της -και που ακόμη γράφει-, τη συναυλία των nouvelle vague σε εκείνο το τεράστιο πάρκο στο Λονδίνο –που γαμώτο πάντα ξεχνούσε το όνομα του-, το κενό που είχε φτιάξει για να χωράει, τα αιχμηρά λόγια που πάντα τα συνόδευε μία μακαρονάδα με κιμά, το αλάτι της ζωής της. Και εκείνη τη μέρα στο τρένο.

ευφαντασία πέμπτη

Την έσυρε σε ένα υπαίθριο πάρτυ. Κάθισε κάτω στο λασπωμένο έδαφος και τύλιξε τα πόδια του οκλαδόν. Αυτή έμεινε όρθια να χορεύει λιγάκι από την ευτυχία της. Την τράβηξε από το χέρι σχεδόν διστακτικά. Έπεσε πάνω του σχεδόν αυθόρμητα. Ξημέρωσε. Μα ποιος ασχολείται με τη νόρμα, όταν έχει ζήσει λιγάκι από το δικό τους;

ευφαντασία έκτη

Η σωστή στιγμή στην πιο ακατάλληλη ώρα. Ένας φόβος λιγάκι παράδοξος και ένας μελλοντικός εραστής της ανθρώπινης -δικής της- ύπαρξης. (η ευτυχία της όμορφη καθώς φάνταζε, αθώα και κόκκινη βρίσκονταν εκεί στο απέναντι κάθισμα του τρένου· μα τρομακτική, πολύ τρομακτική, ένα εμπόδιο κομματάκι σαρωτικό)

Η ευτυχία είναι  δουλειά χαμάλικη για χειρωνάκτες , μα είναι ο έρωτας εγωιστικός για υπηρέτες του πνεύματος.  Και αυτοί οι δυο, μία απιθανότητα ολωσδιόλου πετυχημένη. 

ws

[Η φωτογραφία ανήκει στην Άλεξ]

12746562_1181684331849481_1553688928_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s