Τι λάθος κάνω;

Του Χριστόφορου Μαριάδη

[Επιστολή ανώνυμη, προς άγνωστο παραλήπτη]
Πέρασε πολύς καιρός απ’ όταν έφυγες. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια του αποχωρισμού μας. Χαραγμένα στο μυαλό με ανεξίτηλο μελάνι που δεν το φθείρει ο χρόνος. Δεν τα ‘χω πει σε κανέναν. Κι ούτε νομίζω να τα πω. Τα κρατάω για ‘μένα. Έτσι τα αισθάνομαι καλύτερα, τα νιώθω, μου μιλάνε.
Ποτέ σου δεν εκδήλωσες την αγάπη σου. Φοβόσουν να τη μαρτυρήσεις. Κι όμως εγώ την ένιωθα. Ήσουν εδώ κι ωστόσο έλειπες. Σε είχα, όμως σε έψαχνα αλλού. Και ήρθε η μέρα που έφυγες… Τη θυμάμαι, τη μέρα εκείνη, σαν να ‘ταν χθες. Κι ας έχουν περάσει από τότε τόσες άλλες μέρες. «Αντίο», κατέληξες. «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα εγώ.


Πολλές φορές έρχεσαι στον νου μου. Δεν σε φέρνω εγώ. Πάντα τυχαίνει κάτι, κάποιος να σε θυμίζει. Ποιο ήταν αυτό το κάτι τώρα, θα αναρωτηθείς. Το άρωμά σου. Δεν το φαντάστηκα. Το έφερε ο αέρας κι η νύχτα αυτή, η ανοιξιάτικη. Ανάσανα βαθιά. Για μια στιγμή ένιωσα κιόλας πως ήσουν δίπλα μου. Μισώ αυτές τις ψευδαισθήσεις. Κι όμως, παράλληλα τις λατρεύω, τις χρειάζομαι. Το ξέρω, ένα ψέμα δεν αρκεί για να γλιτώσεις απ’ την καρδιά. Μια φαντασία δεν σε σώζει. Άσε με όμως να το ζήσω, έστω για λίγο, για μια στιγμή μονάχα, κι ας είναι ψέμα.
Το ξέρω, αυτό που κάνω τώρα – γι’ αυτό το γράμμα λέω – είναι ανούσιο. Αφού δεν πρόκειται να σου το στείλω. Ποτέ δεν θα το παραλάβεις. Ποτέ δεν θα το πιάσεις στα χέρια σου. Ποτέ η ματιά σου δεν θα πέσει στις γραμμές του. Άσε με όμως να το γράψω. Είναι ανάγκη. Μεγάλη ανάγκη. Άσε με να νιώσω πως έστω και για λίγο βγαίνω από τη φυλακή που έχτισες γύρω μου. Σπάω τα σίδερα και καταφέρνω να αποδράσω. Μη μου θυμώνεις. Δεν σε κατηγορώ. Δεν έχτισες εσύ το κελί μου. Η απουσία σου το έκανε. Με εκείνη τα βάζω, όχι με σένα. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να τα βάλω μαζί σου. Άσε με να νιώσω πως έστω και για λίγο γυρίζω από την ξενιτιά που μ’  έστειλες. Έρχομαι και πάλι στον τόπο μου. Γυρνάω στις ρίζες μου. Συναντάω τους δικούς μου. Μη μου θυμώνεις, είπα. Δεν μ’ έστειλες εσύ στην ξενιτιά. Η απόσταση το έκανε. Το ότι είσαι μακριά μου. Αυτό φταίει, όχι εσύ. Δεν φταις εσύ. Ποτέ δεν φταις εσύ.
Φυσάει. Αρχίζω και κρυώνω. Λέω να πάω μέσα να πάρω μια ζακέτα, μα πως ν’ αφήσω το άρωμά σου; Για μια στιγμή. Που χάθηκε η μυρωδιά; Την πήρε ο αέρας φαίνεται. Αυτός που μου την έφερε, αυτός την πήρε πίσω. Έφυγες. Πάλι έφυγες. Και τι δεν θα ‘δινα να ξαναερχόσουν. Να ερχόσουν και να μου το ‘λεγες. Να το ‘λεγες επιτέλους…

 

[Επιστολή ανώνυμη, από άγνωστο αποστολέα]

Πολλές οι μέρες απ’ όταν χωριστήκαμε. Και άντε, οι μέρες περνάνε. Οι νύχτες όμως; Τι γίνεται με τις νύχτες; Έρχεσαι κάθε νύχτα. Στέκεσαι στο προσκεφάλι μου μέχρι να κοιμηθώ κι ύστερα φεύγεις πάλι. Πολύς καιρός απ’ όταν έφυγα. «Αντίο», σου είχα πει. «Εις το επανιδείν», απάντησες εσύ και δάκρυσες. Κι εγώ γυρίζοντας την πλάτη μου, ευχόμουν με χίλιες φωνές την πραγματοποίηση του χαιρετισμού σου.
Δεν σου το είπα ποτέ. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι δεν το αισθανόμουν κιόλας. Βλακεία μου, το ξέρω. Πες με δειλό, πες με φοβητσιάρη, πες με άτολμο. Ότι κι αν πεις, δίκαιο θα έχεις. Όσα ένιωσα όμως δεν αλλάζουν.
Πολλές φορές σκέφτηκα τα λάθη μου. Έπιανα συχνά τον εαυτό μου να αναρωτιέται: «Τι λάθος κάνω;» Όσο περνούσε ο καιρός σε αισθανόμουν όλο και περισσότερο κοντά μου, παράλληλα όμως και τόσο μακριά. Προσπαθούσα, μα δεν τα κατάφερνα. Πολλές φορές προσπάθησα, πάντα όμως κάτι με τραβούσε πίσω. Πάντα τα έβαζα με τον εαυτό μου. Προσπαθούσα να τον πείσω να πάρει την απόφαση, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Κάθε συνάντηση μας, ήταν σαν να αρχίζει μια σχέση από την αρχή. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Εξαιτίας μου. Πάντα όμως μου έδινες την εντύπωση ότι δεν κουραζόσουν. Το ένιωθα ότι δεν κουραζόσουν. Το ήξερα. Αυτό ήταν που μ’ έκανε να επιμένω. Αυτό με κρατούσε σε σένα. Η υπομονή σου.
Πόσο βλάκας ήμουν; Κατηγορούσα συνέχεια τον εαυτό μου. Κι όμως ήξερα πως εσύ ποτέ σου δεν παραπονέθηκες. Ποτέ σου δεν με κατηγόρησες. Γι’ αυτό σ’ αγάπησα. Τ’ ακούς; Σ’ αγάπησα. Μακάρι να μπορούσα να το φωνάξω. Θα φώναζα με όλη μου την δύναμη για να μ’ ακούσεις τώρα. Έστω και τώρα που έφυγα. Έστω και τώρα. Κι ας είναι αργά. Σ’ αγαπάω…

 

*Υ.Γ: Φίλοι αναγνώστες του Just give me a reason, θα παρατηρήσατε μια διαφορά στο συγκεκριμένο άρθρο σε σύγκριση με τα προηγούμενα. Και αυτό, γιατί αυτή τη φορά είπαμε να ασχοληθούμε με το just a little bit enough, το αλατοπίπερο της ζωής, αυτό που μας ξεμακραίνει λίγο από τον κόσμο των προβλημάτων και των αγωνιωδών προσπαθειών επίλυσής τους, και μας μεταφέρει για λίγο στον κόσμο της φαντασίας. Χρειάζεται και αυτό καμιά φορά. Εύχομαι το ταξίδι σας να είναι όμορφο! 

12746525_1181684371849477_292700313_n

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s