Αργώ λίγο, αλλά έρχομαι Speak.Easy

*παρένθεση

[ιστορίες για ανθρώπους που τα προλαβαίνουν όλα] #7

της Νίκης Κωνσταντίνου Σγουρού

[άκου]

Αυτά που γράφουμε στα ημερολόγιά μας, είναι αυτά που μπαίνουν στην παρένθεση του καθημερινού ρυθμού.

Βρέχει. Τις περισσότερες φορές αργώ. Φτάνω εκείνη την κρίσιμη στιγμή που ονομάζουμε «τελευταία» και κανείς δεν καταλαβαίνει το πεντάλεπτο (ή και δεκάλεπτο) που εγώ ήμουν αλλού από κει που θα έπρεπε να είμαι κανονικά. Φοράω διάφορα ρούχα. (Θεωρητικά πάντα φοράω το γαλάζιο μπλουζάκι του φεστιβάλ. Αλλά πρακτικά συναρπάζομαι από τις επιλογές. Ψέματα λέω, απλά εκείνο το μπλουζάκι είναι κάπως αδιάφορο για τον τόσο κόσμο που έρχεται και φεύγει κάθε μέρα από το Ολύμπιον.

Που είναι τόσο μεγάλο και τόσο κόκκινο και τόσο φωτισμένο και τόσο σπουδαίο. Τόσο αριστοκρατικό στη μέση της πλατείας Αριστοτέλους. Η μέση είναι τελικά μια έννοια σχετική. Όταν δηλαδή λέμε «στη μέση της μέρας» από πού πιάνουμε την αρχή της; Και η μέση μιας αδιάφορης εβδομάδας είναι απλώς η Τετάρτη και η Πέμπτη; Οι ενδιαφέρουσες εβδομάδες δεν έχουν μέση. Ούτε ίσια, ούτε στραβή, ούτε τίποτα. Είναι αξιολάτρευτα πυκνές και κάπως στρόγγυλες, ώστε να σε ξεγελάσουν και αν πας να τις χωρίσεις στη μέση, μπουρδουκλώνονται κάπως και χάνεις το σημείο για το οποίο ήσουν σίγουρος.)

Η Μαρία επιμένει εδώ και τόσες μέρες πως πρέπει να γυριστεί ένα ντοκιμαντέρ για το ίδιο το μέρος. Μετά από τόσα ντοκιμαντέρ έχω αρχίσει να βλέπω αλλιώς τη ζωή. Τεκμήρια υπάρχουν παντού -τόσα τεκμήρια που μπορείς να κινηματογραφείς όλη τη μέρα. Μια κάμερα στις σκάλες που οδηγούν στους πάνω ορόφους θα μπορούσε να κάνει μια ενδιαφέρουσα καταγραφή. Πρόσωπα, πόδια, χαμένα εισιτήρια, κασκόλ, βρεγμένα μαλλιά, οι απόλυτα σίγουροι θεατές, οι για-το-δωμάτιο-με-θέα-από-δω-πάμε, τα γνωστά γαλάζια μπλουζάκια καμουφλαρισμένα μέσα σε ζακέτες και καρό πουκάμισα, ο καφές που σου φέρνουν και μια μουσική να ανεβαίνει προς τα πάνω. Από κάτω προς τα πάνω.

Και αυτό ένα ντοκιμαντέρ δεν είναι; Και πώς λέμε ντοκιμαντέρ στα ελληνικά;

Πίνω τους καφέδες με σχετική αδιαφορία. Η γεύση τους μου είναι τόσο οικεία πια που δεν αντιδρώ. Μπαίνω στην αίθουσα για να ζεσταθώ. Κοιτάω την σβησμένη οθόνη και παίζω το δικό μου μοντάζ. Κάθε τόσο πρέπει να βγαίνω έξω για να συναντάω τους κανονικούς ανθρώπους. Και να κλείνω κάποια πράγματα στην παρένθεση. (Το δίκιο που δεν έχω όταν έχω υποσχεθεί να μεροληπτώ υπέρ κάποιου που διαφωνεί μαζί μου εκείνη την στιγμή. Το άρωμα που χύθηκε έξω από το μπουκάλι. Το άρωμα του συνθεατή. Τον πόνο στις κλειδώσεις. Τον πυρετό. Κάποια μικρά τεράστια αστεία.)

Όλα αυτά που πρέπει να παραγραφούν, θα τα καταγράψουμε;

Όλη την εβδομάδα επεξεργαζόμουν την ιδέα για το κείμενο της Δευτέρας και αναρωτιόμουν πώς θα βρω τη συνέχεια. Συνειδητοποίησα πως η συνέχεια κρύβεται στις παρενθέσεις. Μα, εμείς δεν είμαστε παρένθεση.

 

12735580_10204043332123485_817992334_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s