Don't Speak littérature Narrations

Κλέφτης στο λεωφορείο

"Σοφό να μη ρωτάς πράγματα στα οποία δεν θέλεις να μάθεις την απάντηση". Χαμογελάει τρομακτικά.

Της Χρύσας Καψάλη

«Κατερίνα!»

Μπουκάρει στο δωμάτιο μου για να με πετύχει με το βιβλίο μου αγκαλιά και σε μια στάση τόσο μπλεγμένη σαν σίγμα τελικό.

«Δεν θα σε σε κοροιδέψω για το πως είσαι γιατί εγώ φταίω που δε χτύπησα την πόρτα.»

«Και να χτυπούσες δε νομίζω να άλλαζα στάση, ξέρεις πόση ώρα μου πήρε να βρω μια που με βολεύει;» Φίλοι από μωρά και μερικούς μήνες συγκάτοικοι, δεν του φαινόταν τίποτα πια παράξενο σε μένα. Τον παρατηρώ καλύτερα.»Καλά τι έπαθες;»

«Μπήκε κλέφτης στο αστικό τώρα που γύριζα.»

«Σε κλέψανε;». Ανησυχώ μέχρι που θυμάμαι ότι δεν έχει και τίποτα να του κλέψουν. «Ε, και;» Ρωτάω σαρκαστικά. Χαμογελάει και κάθεται.

«Η διπλανή μου γιαγιά -η οποία παρεπιπτόντως μου είχε κάνει πριν 2 λεπτά κήρυγμα για την παιδεία μας επειδή κάποιος φοιτητής την έσπρωξε προηγουμένως- άρχισε να φωνάζει για έναν τύπο στη στάση από κάτω ότι είναι κλέφτης»

«Θορυβήθηκε όλο το λεωφορείο, όμως αυτός δεν κατάλαβε τίποτα και μπήκε από την πίσω πόρτα. Η γιαγιά να αφηνιάζει και να φωνάζει μπήκε! μπήκε! μπήκε! με μια συχνότητα που κατά πάσα πιθανότητα προοριζόταν για τα σκυλιά της αστυνομίας, αλλά θύμιζε λίγο το ερωτικό κάλεσμα παγωνιού.»

«Θα αποφύγω να ρωτήσω πώς είσαι τόσο εξοικειωμένος με τα ερωτικά καλέσματα των πτηνών. Στο κάτω κάτω έζησες μια περιπέτεια, θα σου την χαρίσω»

«Σοφό να μη ρωτάς πράγματα στα οποία δεν θέλεις να μάθεις την απάντηση».  Χαμογελάει τρομακτικά.

«Η γιαγιά λοιπόν, σε μια προσπάθεια να τον δει καλά όντας κοντή, σκαρφάλωσε σχεδόν ολόκληρη στον διπλανό παππού, που είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν είχε καμία σχέση μαζί της και βογγούσε από τον πόνο.»

«Κομάντο η γιαγιά.» Γελάω.

«Τελικά κατέβηκε στην επόμενη στάση, αλλά άρχισαν πολλοί να ψάχνονται και να λένε ότι τους έκλεψε»

«Ο πρώτος μάλιστα ήταν ο διπλανός μου και είχε το θράσος να με ρωτήσει μήπως του πήρα το πορτοφόλι, στο οποίο απάντησα ότι τα κάνω συλλογή. Μετά βέβαια έπρεπε να εξηγήσω στη γιαγιά που ήρθε να καθαρίσει ότι ήμουν απλά σαρκαστικός.»

«Καλά έκλεψε τόσους σε μία στάση; Τόσο γρήγορος πια;»

Εντυπωσιάζομαι. Μήπως να αναθεωρήσω την επιλογή καριέρας μου; Πόσα να βγάζει ένας βιολόγος συγκριτικά με έναν κλέφτη; Πώς κάποιος μαθαίνει να κλέβει τόσο καλά χωρίς να τον καταλαβαίνουν; Τη στιγμή ακριβώς που ξεφεύγω και στο μυαλό μου δημιουργείται η εικόνα του εαυτού μου να φοιτώ σε ΙΕΚ κλεψιάς και κοροϊδίας ως βοηθός διαρρήκτη, ο Οδυσσέας με προσγειώνει. Με έχει μάθει πια καλά.

«Συγκεντρώσου Κατερίνα, εννοείται ότι τα βρήκανε όλοι στις τσέπες τους μετά, δεν είχε πάρει τίποτα. Ήταν απλά μαζικός πανικός.»

«Εσύ δεν πανικοβλήθηκες;»

«Εγώ βρήκα την ευκαιρία και την είπα στη γιαγιά που με είχε εκνευρίσει πριν» Λέει όλος χαρά.

«Μπράβο αναισθησία!»

«Ήταν κατάσταση έκτακτης ανάγκης Κατερίνα! Γέμισα κυνισμό για να μην επιτρέψω στην πληθώρα συναισθημάτων και φόβων που με πλημμύριζε να αλλοιώσει την κρίση μου.» Ανασηκώνω τα φρύδια.

«Επίσης η γιαγιά πραγματικά μου έσπασε τα νεύρα.»

12421816_1189791367705444_1682800488_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s