Καλοκαιρινό

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

Συνηθίζαμε να περνάμε τα καλοκαίρια μας στη Θάσο. Σε ένα οροφοδιαμέρισμα με θέα τη θάλασσα. Πίναμε παγωμένο τσάι εις μνήμην των περασμένων χειμωνιάτικων εκδοχών μας. Διαβάζαμε βιβλία που σπάνια ολοκληρώναμε. Ευτυχώς σχεδόν πάντα προνοούσαμε να ξεκινάμε από το τέλος. Υπήρξαμε μεταμεσονύχτιοι και συνάμα ονειροπόλοι λαθρεπιβάτες σε ψαροκάικα που φέραν το όνομα μας. Τραγουδούσαμε ασταμάτητα την ευτυχία μας και στήναμε μηχανορραφίες για να την κρατήσουμε σχεδόν πάντα λιγάκι παραπάνω. Κατακτούσαμε τον κόσμο με την ομπρέλα μας. Ή λιγάκι χώρο στην αμμουδιά. Γεμίζαμε ολόκληρα καλάθια με προμήθειες λες και παζαρεύαμε με το χρόνο μιαν ολόκληρη ζωή. Κωπηλατούσαμε τα αστικά μας όνειρα σε ένα δανεικό κανό. Κάναμε τατουάζ χρυσοσκονένια χελιδόνια με την ελπίδα να αποδημήσουμε μαζί τους το Σεπτέμβρη. Πίναμε κοκτέιλ στον Μανδραγόρα κάθε βράδυ, σχεδόν, και μεθούσαμε από την οικειότητα της ομπρελίτσας, τις ποικίλες αποχρώσεις του μπλε, τις υποσχόμενες προοπτικές και εκείνα τα άλλα. Τα ποιητικά που επιφυλάσσει η σιγή μετά το τρίτο ποτήρι. Τα ποδήλατα μας ήταν τα μοναδικά μεταφορικά μέσα που διαθέταμε. Τα μόνα μάλλον που επιθυμούσαμε. Και εκείνες οι ηλικιωμένες κυρίες στο λιμάνι ήταν πράγματι θαυματουργές ως προς την καθημερινή σχεδόν φύλαξη τους. Αναμφίβολα είχα σημαδευτεί από το παγωτό λεμόνι και ας με τα χρόνια υπήρξα θερμός υποστηριχτής της φράουλας. Το κίτρινο σχεδόν πάντα με καταφέρνει. Ξέρω, κάτι βράδια σαν εκείνα με τα χρόνια πάντα θα γυρνάνε στο μυαλό μου. Ήταν λες και ο χρόνος είχε κάπως εντυπωσιαστεί από εκείνη την παραλία της Χρυσής Αμμουδιάς και ατένιζε το μέλλον ωσάν έφηβος που κούρνιασε να χαζέψει τα άστρα στις ξαπλώστρες των μπιτς μπαρ. Ξέχασε να συνεχίσει και εμείς μέναμε εκεί να χαζεύουμε το γαλάζιο των υδάτων. Ήμασταν χαμένοι ανάμεσα στις χρονικές παύσεις που, ώ Θεέ, συμβαίνουν κάθε τόσο. Είναι άραγε η ψευδαίσθηση μιας αιωνιότητας;

[24 Μαρτίου 2016, 5.00 πμ

Προετοιμάζω με μεγάλη επιμέλεια τη βαλίτσα μου για αύριο. Επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη μετά από ένα αξιόλογο διάστημα απουσίας. Η Δήμητρα μου χει ζητήσει να της φέρω εκείνο το μοναδικό αγγλικό βιβλίο που έχω καταφέρει να ολοκληρώσω στη ζωή μου. Κάπου ανάμεσα στις κούτες με τα βιβλία και τις κλεμμένες, κατά καιρούς αφίσες, βρίσκω και εκείνο το μπουκάλι Σαντορινής μπύρας που είχα κρατήσει ως ανάμνηση της καλοκαιρινής φρενίτιδας.]

Όταν εκείνα τα καλοκαίρια έγιναν κεραυνοβόλοι έρωτες τους παρελθόντος. Όταν οι αιωνιότητες έγιναν το κουτσομπολιό των χειμερινών διαλειμμάτων μας. Όταν υπό τη σκέπη του μελαγχολικού γκρίζου ουρανού εμείς αναπολούσαμε το κίτρινο.

Τότε.

Ανακτήσαμε λιγάκι από την εκείνη την αθωότητα.

Τότε.

Κουρνιάσαμε να χαζέψουμε τα άστρα στις ξαπλώστρες των μπιτς μπαρ.

Τότε.

Δημιουργήσαμε μία χρονική παύση που διήρκησε όσο ολόκληρη η ζωή μας.

Τότε περάσαμε ένα ακόμη καλοκαίρι στη Θάσο. Και ένα ακόμη μετά από αυτό. Και γίνανε τα καλοκαίρια μας μία αιωνιότητα.

Τότε.

Μείναμε να χαζεύουμε το γαλάζιο των υδάτων.

 Τότε.

 ws

12746562_1181684331849481_1553688928_n

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s