Μπες στα παπούτσια μου Speak.Easy

Βόλτα Κυριακής

Και τώρα τι θα γινόταν με αυτή; Τι θα γινόταν με όλους αυτούς που ξεχάσαν να πετούν; Ποιος ευγενής κύριος θα τους το θύμιζε; Ρώτα τους τι τους τρομάζει περισσότερο.

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

Κυριακή 10 Απριλίου 2016.

Όλη μας η ζωή μια κυριακάτικη βόλτα.

Ένας ήλιος κίτρινος, λαμπερός, σχεδόν, τυφλωτικός. Ένας ήλιος που, όντας αγουροξυπνημένη, με κάρφωνε με τις λεπίδες του, που λύτρωνε και την πιο απελπισμένη ψυχή. Ήταν λες και εκ προ μελέτης είχε παγιδευτεί πίσω από τη σκόνη των τζαμιών.

Μία στο τόσο γινόμουν μάρτυς από κάτι φιλτραρισμένες ψευτοακτίνες.

Ντύθηκα γρήγορα. Φόρεσα τα μαύρα μου ρέιμπαν και ένα βίντατζ καπελάκι που αγόρασα πέρυσι από το Παρίσι και σχεδόν έτρεξα να προλάβω το λεωφορείο.

Κατέβηκα στην στάση Αντιγονιδών. Διέσχισα το δρόμο και εντός ολίγων λεπτών βρεθηκα χαμένη στα στενά της Βαλαωρίτου.

Την αφουγκράζονταν την πόλη. Σαν ένα κορίτσι που στέκει ακίνητο σε ένα χωράφι γεμάτο με τουλίπες στην Ολλανδία.  Από χαρά. Από ευτυχία. Από έλλειψη. Την αφουγκράζονταν και χάνονταν.

Ο δρόμος με οδήγησε στην Αριστοτέλους. Μικροπωλητές, λαχειοπώληδες, μπάντες και ένας κύριος με  λατέρνα. Άνθρωποι που περίμεναν κάποιον φίλο, κάποιον εραστή, μια αγαπημένη. Άνθρωποι που έτρεχαν, γιατί είχαν υποθέτω στήσει κάποιον φίλο, κάποιον εραστή, μια αγαπημένη. Χαρούμενες οικογένειες που απολάμβαναν την κυριακάτικη βόλτα. Ένας κύριος που είχε υψώσει την φωνή του σε έναν άλλο κύριο και μια κυρία που χάζευε μια βιτρίνα.

Τι την οδήγησε εκεί; Μέσα στου κόσμου τούτου το χαοτισμό; Λίγο πριν ξεθωριάσει το εντός της, την πλησίασε ένας κύριος, που όπως μου είπε αργότερα της φάνηκε ευγενής, και της προσέφερε στο παρά τσακ τη σωτηρία.

Βρέθηκα να περπατώ πλαι στη θάλασσα. Με το ευγενές μπλε χρώμα και τη καθαρότητα που το συνοδεύει. Η λεωφόρος Νίκης είχε πεζοδρομηθεί και αυτή την Κυριακή και ένιωθα λες και πρωταγωνιστούσα σε κάποια ταινία του αγαπημένου μου Woody Allen.

Ερωτοτροπούσε με τη γαλάζια επιφάνεια λες και το χε βάλει σκοπό της ζωής της να εξωραΐσει την τελειότητα.

Διέσχισα τα στενά της Προξένου Κορομηλά που εδώ και χρόνια έχω παραδεχτεί πως είναι τα αγαπημένα μου και αγόρασα έναν διπλό καπουτσίνο μέτριο από εκείνο το υπέροχο γωνιακό καφέ που πάντα λέω πως θα πάω για πρωινό. Πέρασα μπροστά από το μαγαζί με τα χειροποίητα ποδήλατα, χάζεψα όπως συνήθως τη βιτρίνα και προχώρησα. Επόμενη στάση η πλατεία Ναυαρίνου.

Εν άγνοια της η μέρα κυλούσε. Η ζωή της περνούσε. Και αυτή περιφέρονταν με ένα χαμόγελο λιγάκι ταπεινό ανέμεσα στην κοσμοσυρροή. Μέσα σε μια πόλη που είχε ξεχάσει το όνομα της.

Εν άγνοια της.

Ήπια έναν τελευταίο καφέ στην Εφημερίδα, απέναντι απο τον Λευκό Πύργο και πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Και τώρα τι θα γινόταν με αυτή; Τι θα γινόταν με όλους αυτούς  που ξεχάσαν να πετούν; Ποιος ευγενής κύριος θα τους το θύμιζε; Ρώτα τους τι τους τρομάζει περισσότερο.

 [Η βλέψη μιας ζωής

αλλιώτικης.]

Σε καρέ βινιέτας, ωσάν ταινία κινηματογραφική βλέπουμε, και εγώ και αυτή, τις ζωές μας.

Μα τούτη φεύγει λιγάκι πιο νωρίς.

Πάει λέει να βρει τον εαυτό της.

Και ύστερα εγω γυρίζω σπίτι άδεια.

Άδεια και ευτυχισμένη.

 Και ύστερα που έφυγε γύρισε και αυτή σπίτι άδεια.

Έτοιμη να ξαναζήσει τούτη τη μέρα από την αρχή.

Τούτη τη ζωή από την αρχή.

Και αυτο έγινε το μυστικό μας.

 ws

12746562_1181684331849481_1553688928_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s