Εντός Speak.Easy

Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά

Τους έβλεπα να σταυρώνουν τόσο χλωμά έρωτες…τόσο στεγνά και απάνθρωπα για την κάποια μοναξιά που αποζητούσαν.

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Η μοναξιά με δασκάλεψαν πως είναι ανεξαρτησία.Μεγάλωσα ακούγοντας ώριμες φωνές να το διατυμπανίζουν.Δάσκαλοι,συνοδοιπόροι,ερωμένες.

Τους έβλεπα να σταυρώνουν τόσο χλωμά έρωτες…τόσο στεγνά και απάνθρωπα για την κάποια μοναξιά που αποζητούσαν.Να ψάχνουν την ευτυχία εκεί που τους μάθαν να την ψάχνουν.Έξω απ’αυτούς.Κάπου μακριά και απόμερα.Στο πουθενά.

Μα εμένα η μοναξιά πάντα με στοίχειωνε,πάντα με κυνηγούσε.

Είτε σ’ αυτές τις κάλπικες αϋπνίες να πετά με φόντο μια γυάλινη πλαστή πανσέληνο, το λίχνο, είτε να κολυμπά στο γεμάτο από μέθη ποτήρι μου…πίστευα τότε πως θα τις δείξω εγω προς τα που να πετάξει,πως θα την πνίξω μέσα στα αλκοολούχα.Όμως πάντα ξέχναγα.Ξέχναγα πως είχε μυστικούς προορισμούς που αρνιόταν να μου αποκαλύψει,τα ανάερα λιμάνια.Ξέχναγα πως δεν μπορούσα να την πνίξω,γιατί επέπλεε,ήξερε να κολυμπά.Τόσα χρόνια γραφής και ακόμα να την τιθασεύσω.

Μα θα μου πεις,είναι η πηγή της έμπνευσης σου.

Το χέρι που γράφει όταν εσύ δεν μπορείς.Η αγκαλιά που σου δίνεται όταν κανείς άλλος δεν είναι εκεί.Το μητρικό φιλί.Το πατρικό νεύμα.

Και απαντώ:Όμως πάντα κάτι λείπει.Όσο γυρνώ σαυτά τα αξημέρωτα βράδια,σαυτές τις μέρες έμμονης γραφής,σε κείνα τα σκοτάδια που δεν έχουν τελειωμό.Προσπαθώ να βρω ένα γιατί.Ένα γαμημένο γιατί.

Γιατί τόσα ξίδια; Γιατί τόσα τσιγάρα; Γιατί τόσος πόνος; Γιατί τόσα δάκρυα; Όχι..δεν είμαι στεναχωρημένος.Τα γιατί μου αγγίζουν και τα δώρα που μου δόθηκαν. Γιατί τόσα λίγα ταξίδια;Γιατί τόσα λίγα χαμόγελα;Γιατί τόσοι λίγοι εκπληρωμένοι έρωτες;Γιατί τόση λίγη αγάπη; Τώρα το ελέγχω. Πλέον δεν πίνω,καπνίζω λίγο.

Νομίζω πως αγαπώ,πιστεύω πως ακόμα ερωτεύομαι.Μα τα γιατί μου αλλάζουν. Πίνω γιατί λατρεύω το κρασί, μιας και βάζω την αλήθεια μου σε μπουκάλι.

Καπνίζω για να εκπνέω τον καπνό όπως ακριβώς εκπνέω ζωή.Αγαπώ για να αγαπώ, γιατί αλλιώς δεν υπάρχω.Κερωτεύομαι για ναμαι αιώνια μεθυσμένος.

Μακόμα και τώρα που το καράβι μου πλησιάζει στεριά κάτι με περωνιάζει. Όχι όμως ταγιάζι,ούτε ο θαλασσινός βαρδάρης που κάποτε με πάγωνε.

Τα δάκρυα μου κυλούν στο μάτι,δεν προβάλλονται στο φύλλο. Ο θυμός μου μένει στην σκέψη,δεν βγαίνει στον φίλο.

Και η σοφία που καμιά φορά μου δίνεται είναι το εναρκτήριο λάκτισμα του νέου οδοιρμου μου.

 

Γιαυτό πετώ την πένα, κρατώ τις λέξεις.

Κι αφήνομαι στον βυθό της μοναξιάς μου που ξέρει πάντα πως να με ταξιδεύει στην μνήμη. Άραγε τι θέλω να ξεχάσω;Μα τι άλλο πέραν της αλήθειας;

Tης αλήθειας που βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνον μέσαπό τα καθάρια νερά της μοναξιάς· κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες.Να θυμάμαι όμως τι; πως μόνος δεν είναι αυτός που αγκαλιάζει την μοναξιά,αλλά εκείνος που δεν γεμίζει τον κόσμο του με φαντάσματα.

Γιαυτο έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.Έλα.Τι περιμένεις;

12899998_1217761601575087_1052535088_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s