Just give me a reason Speak.Easy

Σαν τη βελόνα του πικάπ

Κουράστηκα. Ακούς; Δεν… Μην μ’ ακούς. Βλακείες λέω. Μην μου δίνεις σημασία. Ξέχνα ότι κι αν είπα. Μου φτάνει που έρχεσαι.

Του Χριστόφορου Μαριάδη 

Ήθελες να μείνεις μόνη σου εκείνη την ημέρα. Λίγες φορές ένιωθες την ανάγκη αυτή. Δεν έκανες τίποτε λοιπόν. Δεν ετοιμάστηκες. Δεν βγήκες. Έκλεισες το κινητό και έκατσες στον καναπέ του σαλονιού σε εκείνη την περίεργη στάση που μόνο εσένα βολεύει. Το σταχτοδοχείο δίπλα σου φιλοξενούσε ήδη πολλούς επισκέπτες μα εσύ δεν σταμάτησες να στέλνεις κι άλλους. Το βλέμμα σου μονίμως καρφωμένο στο παράθυρο. Ατένιζες. Κι ας ήταν έξω όλα σκοτεινά. Το μόνο φως στο δωμάτιο προερχόταν από ένα μικρό λαμπατέρ, ακουμπισμένο στο τραπεζάκι δίπλα σου. Κι απότομα, σηκώθηκες. Θέλησες να διαλύσεις την απόκοσμη σιωπή που απλωνόταν γύρω σου. Πήρες λοιπόν τον αγαπημένο σου δίσκο, τον έβαλες στο σκουριασμένο γραμμόφωνο, έκατσες στον ίδιο καναπέ, στην ίδια στάση, άκουγες τη μουσική και χανόσουν στις σκέψεις σου. Η βελόνα κόλλησε. Φανερώς εκνευρισμένη σηκώθηκες και πήγες να επιλυθείς του θέματος, όταν έδωσες μεγαλύτερη βάση στις δύο συλλαβές που ακούγονταν ξανά και ξανά από το ηχείο. Πάγωσες. Οι συλλαβές συνέχισαν να ακούγονται. Σαν να προσπαθούσαν κάτι να σου πουν. Σαν να ήθελαν να μην σ’ αφήσουν να ξεχάσεις. Μόνο δύο συλλαβές. Κι όμως εσύ άκουγες τόσα πολλά. Δύο συλλαβές. Το όνομά του. Δάκρυσες. Ήθελες να μιλήσεις. Να τα πεις. Εκείνος ο κόμπος όμως στον λαιμό σε εμπόδιζε. Ήθελες να μιλήσεις. Μα κανένας δεν ήταν εκεί για να σ’ ακούσει. Ήθελες να μιλήσεις. Κοίταξες προς το γραμμόφωνο και ξεκίνησες λοιπόν. Κι εκείνο επαναλαμβάνοντας ακόμα τις ίδιες συλλαβές σε άκουγε από το μεγάλο του ηχείο.

«Κουράστηκα. Βαρέθηκα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ. Εγώ δεν διστάζω να το πω. Δεν φοβάμαι να το δείξω. Απορώ. Πραγματικά απορώ. Τι είναι αυτό που σε τρομάζει; Τι φοβάσαι τέλος πάντων; Γιατί κρύβεσαι; Ποτέ μου δεν αγάπησα το κρυφτό. Από μικρή θυμάμαι. Ίσως γιατί είμαι αληθινή. Ίσως γιατί ότι έχω να πω το λέω. Ότι νιώθω το δείχνω. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί δεν κάνεις κι εσύ το ίδιο. Γιατί αυτή η μυστικοπάθεια; Έρχεσαι, δεν μπορώ να πω. Αλλά έρχεσαι μόνο την νύχτα. Σαν να αισθάνεσαι ένοχος για αυτό που κάνεις. Μονάχα την νύχτα. Κι ύστερα φεύγεις πάλι. Μάλλον το φως είναι αυτό που σε τρομάζει. Το χάραμα της μέρας. Έρχεσαι και φεύγεις. Πάντοτε το ίδιο. Λες και σε φέρνει ο αέρας κι ύστερα σε παίρνει πάλι. Κουράστηκα. Ακούς; Δεν… Μην μ’ ακούς. Βλακείες λέω. Μην μου δίνεις σημασία. Ξέχνα ότι κι αν είπα. Μου φτάνει που έρχεσαι. Αρκεί που υπάρχεις. Που κάθομαι δίπλα σου. Που αναπνέω κοντά σου. Όποτε θέλεις να έρχεσαι. Νύχτα, μέρα δεν με νοιάζει. Αρκεί να έρχεσαι. Να έρχεσαι κι εγώ δεν θα σε μαρτυρήσω. Πουθενά δεν θα το πω. Ακούς; Πουθενά. Ίσως μόνο να φωνάζω το όνομα σου σε αυτό το σκουριασμένο ηχείο για να σε φέρει πίσω η ηχώ του. Μονάχα στον αντίλαλο θα το πω. Πουθενά αλλού. Να έρχεσαι και θα φροντίσω εγώ να είναι όλα σκοτεινά αφού τόσο πολύ φοβάσαι. Μην φοβάσαι. Κοντά μου δεν κινδυνεύεις. Δεν θα αφήσω ούτε στιγμή να κινδυνεύσεις. Θα διώξω κάθε φόβο σου. Αρκεί να έρχεσαι. Να έρχεσαι…»

Αυτά του είπες, αλλά αυτός δεν ήταν εκεί για να σ’ ακούσει. Τα είπες στο γραμμόφωνο. Μάλλον για να τα βγάλεις από μέσα σου. Να μην σε πνίγουν άλλο. Να μην καταπιέζεσαι. Ήθελες να τα πεις και τα ‘πες. Δεν σε ένοιαζε που δεν υπήρχε συνομιλητής. Συμβιβάστηκες απλά στο να μιλήσεις σ’ ένα ηχείο. Αυτό δεν κάνεις συνήθως; Συμβιβάζεσαι. Παρ’ όλο που ξέρεις ότι το κάνεις αυτό, νιώθεις μια ανακούφιση. Έτσι και τότε. Μόλις τα είπες, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη σου. Τα δάκρυα στέγνωσαν στα μάγουλά σου και μια γαλήνη απλώθηκε μέσα σου. Άφησες την βελόνα στην θέση της. Ούτε που την άγγιξες. Έκατσες πάλι στον καναπέ. Άναψες το τσιγάρο που είχες αφήσει μισοτελειωμένο, άρχισες πάλι να ατενίζεις από το παράθυρο. Αυτή τη φορά χαμογελούσες όμως. Χαμογελούσες και άκουγες το ηχείο να επαναλαμβάνει τις ίδιες δύο συλλαβές ξανά και ξανά. Τις άκουγες και γέμιζες χαρά. Πόσο συχνά θέλεις όμως να έχεις τον ίδιο διάλογο με το γραμμόφωνο; Πόσο συχνά θέλεις να κάνεις την δουλειά της βελόνας; Να λες και να ξαναλές τα ίδια πράγματα χωρίς να σ’ ακούει κανείς. Ένας δίσκος στο πικάπ είναι η ζωή. Μην αφήνεις την βελόνα να εμποδίζει την ροή του. Μην την αφήνεις να επαναλαμβάνει τις ίδιες συλλαβές. Άλλαξέ της θέση. Είναι τόσο απλό. Και τόσο ωραία τα τραγούδια που θα ακολουθήσουν.

12746525_1181684371849477_292700313_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s