Αχίλλειος πένα Speak.Easy

οι αϋπνίες που διάλεξα.

Του Αχιλλέα Μζ.

[όσο έγραφε άκουγε αυτό]

Υποχρεώσεις που τρέχουν. Συχνά λίγο πιο γρήγορα από εμένα ή το ρολόι. Ένα μάθημα που πρέπει να πάω, κάποιες σελίδες που πρέπει να διαβάσω, ένα κείμενο που τώρα πρέπει να γράψω. Άργησα να ξυπνήσω όμως και δεν ξέρω καν αν θα το προλάβω. Όμως για να με διαβάζεις οι λεπτοδείκτες αυτήν την φορά μου έκαναν την χάρη να επιβραδύνουν την ροή τους. Ή απλά τα δάχτυλα που χτυπούσαν με δύναμη στο πληκτρολόγιο, έτρεξαν λίγο πιο γρήγορα από το συνηθισμένο.

Πόσο ενδιαφέρον θα είχε να γράψει κάποιος την ιστορία των τωρινών εμπειριών ενός ανθρώπου που στην προηγούμενη ζωή του κοιμόταν πολύ; Πώς έρχεται τώρα αντιμέτωπος με τις απαιτήσεις της καθημερινότητας που προηγουμένως είχαν εμφανιστεί ενώπιον του, όμως δεν πρόλαβε να τις εκπληρώσει;

Αν ήμουν αυτός ο άνθρωπος και (ξανά)ζούσα σε έναν κόσμο που (πλέον) ο ύπνος ήταν κάτι το προαιρετικό, η αλήθεια είναι πως δεν θα τον επέλεγα. Γιατί γνωρίζοντας τις επιπτώσεις του υπερβολικού ύπνου στην προηγούμενη ζωή, θα κατεύθυνα την τωρινή μου σε κάποιους πιο φυσιολογικούς ρυθμούς. Προλαβαίνω το ερώτημα “Πόσο φυσιολογική θα μπορούσε να είναι μια ζωή χωρίς κανένα διάλειμμα;” και απαντώ πως ανέκαθεν προέκρινα την ένταση από την ησυχία. Ένταση στιγμιαία, παρατεταμένη ή ακόμη και αδιάλειπτη.

Την τάση μου προς την επιλογή της αϋπνίας την κατάλαβα ένα από εκείνα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Τα προβατάκια ποτέ δεν μου άρεσαν και αποφάσισα να μετρήσω μυρμήγκια. Πέτυχα φαγούρα και καψούρα, 2 σε 1 λοιπόν. Ξεφύλλισα καμιά 9 σελίδες από το αγαπημένο μου περιοδικό καθώς ο ύπνος δεν έλεγε να έρθει. Είδα 7 επεισόδια από την αγαπημένη μου σειρά. Κάπου στα 3 πήγα να γεμίσω μια κούπα με καφέ. Τέλειωσα επιτέλους εκείνο το βιβλίο που πάλευα να διαβάσω τον τελευταίο μήνα. Κάπου στις 5:00 άκουσα το πρώτο λεωφορείο που περνάει μπροστά από το σπίτι μου. Τράβηξα λίγο την κουρτίνα και πέτυχα την αλλαγή της νύχτας με την μέρα. Πίστεψα πως εάν ακολουθήσω αυτό το πρόγραμμα για έναν μήνα μπορώ να αναπληρώσω το κενό εκείνων των νεκρών ωρών που κάποτε ξόδεψα στο να κοιμάμαι δωδεκάωρα.

Πρόχειρα υπολογίζοντας διαπίστωσα πως ο μέσος άνθρωπος που θα ζήσει 80 χρόνια, θα ξοδέψει περίπου 9,5 χιλιάδες μέρες στο να κοιμάται. Ζει λοιπόν μόνο τα 55 χρόνια της ζωής του, καθώς τα 25 περίπου τα χαρίζει στον ύπνο. “Ανούσιο και άσκοπο” σκέφτηκα. “Όταν όλοι κοιμούνται, εγώ θα είμαι στο πόδι”.

Αστείο και παράλογο δεν ήταν αυτό που είπα, ούτε εκείνο που σκέφτηκα. Αστείο και παράλογο είναι πως όσο γράφω φορώ πιτζάμες και σε ένα δεκάλεπτο θα έχω πέσει για ύπνο. Εάν μετανιώνω; Προφανώς και μετανιώνω που δεν τήρησα τους κανόνες μου περί ύπνου και ξύπνιου ούτε τα μισά βράδια από τότε. Γιατί τελικά τις νύχτες που επέλεξα τις αϋπνίες, είδα πώς ξημέρωναν οι πιο όμορφες μέρες.

12736353_1181684325182815_89737390_n

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s