Ιδού η εποχή των Σταχτοπούτων

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Άρωμα καλοκαιριού σε τόπους αν μη τι άλλο ευλογημένους.

Άνθρωποι ντυμένοι σαν “καταστολισμένα σφαγάρια πριν τη σφαγή” παρελαύνουν στα γραφικά σοκάκια. Γυναίκες σαν Ιερές Νύμφες χορεύουν στα καλντερίμια όσο ορδές Βαρβάρων αναζητούν το πλάγιασμα. Ταβερνιάρηδες λεβέντες δεν θα βρείς. Μονάχα ξενόφερτες σενιορίτες να σερβίρουν. Η γραφικότητα έχει πάει περίπατο.

Ως μόνη ανάμνηση μένει το άρωμα τ’ασβέστη και οι μπλε καρέκλες που κοσμούν τον αιγιαλό.Η νύχτα θυμίζει ένα κακοφορμισμένο τσίρκο όπου θεατής και ηθοποιός αλληλεπιδρούν σε τέτοιο βαθμό που σχεδόν ταυτίζονται.

Τι όμορφο πράγμα η νύχτα!

Κρύβει όλες τις ατέλειες, κοσμώντας τες μ’αστέρια του ουρανού ώστε να ψηλαφίζεις κορμιά κι όχι ψυχές. Μέχρι που δειλά δειλά δίνει την θέση της στον μεγαλοπρεπή ήλιο που αχνοφαίνεται. Αιώνιος Δυνάστης. Σε κάνει ξάφνου μέσα σε μόλις μια αυγή να αντικρίσεις όλα τα αμαρτήματα σου. Τότε μόνο μπορείς όμως και να αντικρίσεις την αλήθεια.

Άντρες ξεζωσμένοι, τρεκλίζουν λερωμένοι. Βρωμούν αλκόολ. Γυναίκες ξεβαμμένες περπατούν ξυπόλητες μιας και ο αλλοπαρμένος χορός τους τώρα τις εκδικείται. Οι γόβες τους τις χτυπούν.

Ιδού η εποχή των Σταχτοπούτων.

Μόνο που στην προκείμενη περίπτωση μήτε πρίγκηπας τις περιμένει μήτε άμαξα. Μονάχα ένα καχεκτικό “καπηλειό” ενοικιασμένο από μιά Κυρά Σούλα με ένα τάλαρο. Α ναι. Κι αν είναι τυχερές θα τις γυρίσει ο πρίγκηψ της ημέρας με ένα δίκυκλο.

Το Βασίλειο των εικόνων μόλις κατέρρευσε. Θυμίζει πλέον κακόγουστο γιαπί με σπασμένα ποτήρια και μυρωδιές ξεθωριασμένης μέθης και αίματος.

Μα τότε είναι που οι πραγματικοί Βασιλιάδες φανερώνονται,επανέρχονται στον θρόνο τους. Μην ενθουσιάζεσαι. Για μια χούφτα γέροντες ομιλώ. Αυτούς με την ξυλόγλυπτη μαγκούρα και το καλοφορμισμένο μουστάκι. Λεβέντες. Ρεμπέτες. Έλληνες.

Δειλά δειλά θα τους δεις να ξεπορτίζουν για την πρωινή βόλτα τους.Και μόλις σε δουν, χωρίς καν να σε ξέρουν θα σου πουν μ’ένα πλατύ χαμόγελο τρεκλίζοντας αυτό το “Καλημέρα” που γεμίζει το κάθε γράμμα με αγάπη.

Άλλοι ψαράδες, άλλοι χωρικοί. Ταπεινή και Πεινασμένη θα πεις. Ταπεινή μα χορτασμένοι θα πω.

Αυτοί ν’αποτελούν την θάλασσα κ’εσύ το μπουκάλι που επιπλέει μέσα της.

Το μπουκάλι που μέθυσες κι αυτό το βράδυ.

Κι αν με ρωτάς…

-Που βρίσκεται το ελληνικό μεγαλείο; θα σου αποκριθώ.

-Eκεί που κοιτά η ψυχή και δεν βλέπει το μάτι. Παντού και πουθενά. Eσυ διαλέγεις.

Ποιόν ρόλο θα παίξεις λοιπόν; Της σταχτοπούτας ή του αμαξά; Μόνο ένα και τελευταίο πράγμα θα σου πω και μετά θα σ’αφήσω. Ο αμαξάς είναι πάντοτε εκεί. Λιμάνι ανάερο στέκει στο πριν και το μετά. Η σταχτοπούτα ένα μόνο φανάρι αποτελεί που τρεμοσβήνει και χάνεται με την πρώτη αχτίδα της αυγής.

Μα εσύ ούτε το λιμάνι είσαι ούτε το φανάρι. Εσύ σαι το γοβάκι. Μόνο που δεν ταιριάζεις στην Σταχτοπούτα. Ταιριάζεις στο άλογο. Άρα είσαι το πέταλο.

Ένα πέταλο για το οποίο χάνεται το άλογο και μένει το καρφί.

Και νοών νοείτω.

12899998_1217761601575087_1052535088_n

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s