Η πένα

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη
Μου δωρίστηκε μια πένα…αψεγάδιαστη,διαπεραστική. Την κάθισα απάνω στο βαρύ ξύλινο γραφείο,φτιαγμένο από μία παλιά κασέλα ενός ψαρά από τ’ Αγέρι και την μελετούσα με τις ώρες.Κάτι με φόβιζε,έτρεμα να την αγγίξω,δείλιαζα να ψηλαφίσω της απολήξεις της. Μα ένα βράδυ,τελειώματα Ιούλη τα πλωτά πέπλα του φεγγαρόφωτος πλησίαζαν την στεριά μου, ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά στην κάμαρα μου.Λες και μετέφεραν το μήνυμα της ανάληψης, ανάβοντας τις κόρες των ματιών μου σαν κεριά ενός μικρού μοναστηριού σε μια ξεχασμένη βουνοπλαγιά της Ελλάδας.

Και τότες η πένα αρχινά να γράφει. Σχεδόν από μόνη της, εγώ απλά καθοδηγούσα επακριβώς τις υπαγορεύσεις της. «Θα δικάσω με τον άσσο της ψυχής μου ως που η τιμωρία θα γίνει ευλογία και τα πάθη μου ίσα με την δύναμη μου». Παύση. Πέρναγαν τα λεπτά κι αυτή τίποτα.Έμενε στάσιμη με την μύτη της να με κοιτά κατάματα σαν κάτι να θελε να πεί. Σαν το μήνυμα της να θελε να περάσει. Τότες δεν καταλάβαινα και πολλά.Προσπαθούσα όμως να την μάθω,να με μάθει.Την κράταγα για μέρες με το δεξί μου χέρι λες κι ήθελα να την πλάσω στα μέτρα μου…σαν το παιδί που φτιάχνει τον χαρταετό του και προσπαθεί ανώφελα να τον πετάξει στον ουρανό…όμως τίποτα.Ξεχνά πως του λείπει η ουρά.Έτσι και εγώ, ξεχνώ. Πως μου έλειπε η ψυχή. Όμως να το διαγνώσω  δεν μπορούσα.
Ως που μια μέρα τυχαία έπεσε το μάτι μου στην παλιά διδαχή της πένας μου.Ξανά.”Θα δικάσω με τον άσσο της ψυχής μου ως που η τιμωρία θα γίνει ευλογία και τα πάθη μου ίσα με την δύναμη μου”. Τώρα η πένα ξάφνου τρέμει,το χέρι που την κρατά σφικτά μήτε να την κουμαντάρει μπορεί μήτε να την αφήσει. Είχαμε γίνει ένα. Πίστευα. Μα έγραφε δυσνόητες λέξεις, ακατανόητες εκφράσεις, με μια συνεχή και πυκνή γραφή. Γέμιζε τις ώρες με σελίδες, οι σελίδες γίνονταν πάκοι και οι πάκοι βιβλία.Ως που μια μέρα σταμάτησε.Όχι δεν έμεινε από μελάνι. Άλλωστε έγραφε για χρόνια χωρίς να αδειάσει ούτε στιγμή. Βλέπεις γέμιζε στη θάλασσα της μνήμης και έβρισκε απάγκιο στην χάρτινη σχεδία του φύλλου μου.
Το θέμα μου…
«γιατί τρέμει ; και γω γιατί δεν μπορώ να την αφήσω;»
Παύση.
“Μήπως να την αφήσω;” ψιθύρισα καθώς κοντοστεκόμουν από πάνω της..
“να γράψει γιατί; και με ποιο σκοπό ;” συμπλήρωσα
Ουδείς μου αποκρίθηκε.Στα λεπτά που ακολούθησαν επικράτησε μια αβάσταχτη σιωπή.
Και ξάφνου σταμάτησα να νιώθω υπηρέτης της. Υπήρχε μια στιγμή,μια μοναχά στιγμή που στο άγγιγμα του χαρτιού μου ένιωσα την λέξη ετερότητα. Έσυρα το δάχτυλό μου τόσες φορές επάνω της για να σιγουρέψω την λέξη που σχεδόν μάτωσε.Κι όμως ναι, αυτή ήταν η λέξη. Ετερότητα. Ετερότητα. Ετερότητα.
Και πάλι αναθύμησα την φράση αλλά τώρα μου φάνηκε σαν να χε αλλάξει…»δίκασες με τον άσσο της ψυχής σου ως που η τιμωρία έγινε ευλογία και τα πάθη σου ίσα με την δύναμη σου». Καθήλωση από το βάρος της κάθε συλλαβής.
“Τόσα χρόνια μετά κι η φράση αυτή ακόμα με στοιχειώνει; μα γιατί; γιατί;
Κι αυτή η αναθεματισμένη λέξη “ετερότητα” δεν λέει να λοξοστρατίσει απο το τσερβέλο μου ; ”
Λιβάκωσα. Ένιωσα να βράζω σε ένα πελώριο καζάνι από φωνήεντα και γω μέσα του να προσπαθώ να γράψω για να μην πνιγώ.Μα η πένα να καίει..να καίει τόσο που δεν μπορούσα ούτε να την πλαγιάσω προς τη μεριά μου.Και σε μια τόση δα στιγμή την βλέπω να ανακατώνει το καζάνι.Μαζί και μένα.Έγινα ο ίδιος ικέτης στο βωμό της ικεσίας που δέχτηκα.
”Με κυρίευσε το πάθος μου.” Φώναζε το βάρος της συνείδησης.Και πάλι σιγή.
Ας τα πάρω με την σειρά.
Δίκασα με τον άσσο της ψυχής μου λέει…
μα ποιος εγώ; ένας δειλός υπηρέτης της πένας; δεν μπορεί,δεν γίνεται…οχι κάτσε..ίσως….ίσως να χει δίκιο.
Μου χαρίστηκε μια πένα μαζί και μια κατάρα,μια τιμωρία να μην μπορώ να στεριώσω μακριά της,να την έχω πάντα από κοντά,να της κάνω όλα τα χατίρια.Όμως όσο περνούσαν τα μαρτύρια η κάθαρση της δικιάς μου δίκης μου έδειξε όλους τους δρόμους της ανάληψης…σύρθηκα στους ποταμούς του έρωτα,κολύμπησα στους βούρκους της αγάπης,σε καταρράκτες ματαίωσης και φρίκης. Εθίστηκα στη χείριστη μέθη, με μια ζαλάδα χρόνων να με στοιχειώνει,να με τρώει,να με θερίζει. Μέχρι που από την κενότητα μου παρήγαγα το όλον της ύπαρξης. Πιάστηκα από συλλαβές,ψιθύρισα φωνήεντα, γαντζώθηκα από σύμφωνα όμως κατέληξα στο ωμέγα του είναι μου. Ιδού το βάπτισμα του νεκρού εαυτού μου, ιδού και η ταφή της ζωντανής μου υπόστασης. Και τα πάθη; που πήγαν τα πάθη; Ορμέμφυτες παρεκκλίσεις συμπόνιας και ανθυπαρξιάς, τα πάθη, γινήκαν οι Καρυάτιδες της ανάληψης. Τα πάθη μου ναι γινήκανε οι Καρυάτιδες της ανάληψης. Βλέπεις τελικά πόσες μορφές μπορεί να πάρει μια πένα; δίκη, ευχή, κατάρα, πάθος, δύναμη, ετερότητα…ανάληψη. Ες αεί.
Γιαυτό και να την σέβεσαι.. Γιαυτό και να την τρέμεις.

koutrouvelis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s