Μια γενιά που προστέθηκε στο ράφι

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Τώρα που κάθομαι να γράψω αυτό το κείμενο, ο συγκάτοικος μου λείπει και η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή. Μπορώ να ακούσω τον αέρα να σπρώχνει τα άδεια κουτάκια μπύρας στο πάτωμα. Για μπάσο, στο βάθος, η θάλασσα εκπνέει και εισπνέει τον εαυτό της σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τους γρύλους που διαδηλώνουν στα χορτάρια, τους φουκαράδες που σχόλασαν από την δουλειά τους, τα νεύρα μου, εκείνους που τα πίνουν με τίποτα μπαρόβιες για να ξεσκάσουν, την ίδια την νύχτα που τρελαίνει με τα σκοτάδια της κάθε ιδρωμένο κορμί που ζητά μια στάλα ύπνο. Ένας κόσμος που βράζει.

Χρειάζομαι ένα τσιγάρο. Αφήνω το γράψιμο και σηκώνομαι. Πηγαίνω στο τραπέζι – δεν είναι ακριβώς τραπέζι, ένα ξύλινο κουτί με συρτάρια είναι – και ψάχνω να βρω το πακέτο. Αφηρημένος, κοιτάζω τον καθρέφτη. Χα, τα μαλλιά μου έχουν αραιώσει. Οι τρίχες αντί να φυτρώνουν στο κεφάλι, φυτρώνουν στην μύτη και στα αυτιά. Τρίχες. Παντού φυτρώνουν τρίχες. Υπάρχουν άνθρωποι που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις τρίχες τους παρά στο μαγείρεμα ας πούμε, ή στο φλερτ. Θα `θελα να ξέρω με τι ικανοποιούνται αυτοί οι άνθρωποι εκτός από το να ασχολούνται συνεχώς με τις τρίχες τους. Βέβαια, μπορείς πάντα να ασχοληθείς και με τις τρίχες των άλλων ή να συγκρίνεις τις δικές σου τρίχες με κείνες των άλλων. Δεν ξέρω ποιο θα είχε περισσότερη πλάκα. Αλλά ας μην μιλάμε άλλο για τρίχες. Λοιπόν, που λέτε, βρίσκω το πακέτο, τραβάω ένα τσιγάρο κι επιστρέφω.

Κοντεύω τριάντα, κι όμως γαμώτο, είναι ακόμη νωρίς. Ξέρω συνομήλικους μου που συμπεριφέρονται λες και τους έκατσε ένα βράδυ η ευτυχία δωρεάν. Για τον Νταβατζή, ούτε λόγος. Το Ελληνικό Όνειρο, φίλε. Νιώθω σαν σακουλάκι καραμέλες που γλιστράει στην μαύρη επιφάνεια του ταμείου. Η γενιά μου οδεύει παστρικά και με αργούς ρυθμούς σε ζωές και διαμερίσματα μιας πόλης η οποία μοχθεί να ανασάνει. Διαμερίσματα γεμάτα από σκυλιά, από γκρίνια, από ελεύθερες Κυριακές, από μοντέρνα έπιπλα, από χρέη, από χαλασμένα κλιματιστικά, από κούνιες, από μουσική στην διαπασών στις τέσσερις το πρωί, από καυγάδες. από πρωινά ξυπνήματα, από αναμμένες τηλεοράσεις, κι από ένα σωρό άλλα πράματα – νομίζω καταλαβαίνετε τι θέλω να πω. Αναρωτιέμαι, αν πρέπει να χωρέσω κι εγώ εντέλει κάπου εκεί, ή αν πρέπει να συνεχίσω να χορεύω ως το τέλος.

Σάρκινα προϊόντα που στοιβάζονται σε πολυκατοικίες κι ύστερα πετιούνται στα νεκροταφεία – για λίπασμα. Χεχεχε. Ο Νταβατζής ξέρει. Δεν τον ξεγελάς τον Νταβατζή. Όταν έρθει και σου απλώσει το χέρι, μην πεις μόνο πως δεν ήξερες.

Αυτά. Γεια χαραντάν.

Dominik.jpg

One thought on “Μια γενιά που προστέθηκε στο ράφι

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s