Ψυχε-Δελή-α Speak.Easy

Τα αντικείμενα του πόνου

Της Έλενας Δελήπαλτα

Πάντα, από μικρή, προσπαθούσα να μένω μακριά από τον πόνο.

Μακριά από επικίνδυνα παιχνίδια, παιδικές χαρές, που μπορούσαν να μου προκαλέσουν κάποια πληγή, κάποια μελανιά, κάτι που θα με πονούσε.

Και τώρα που μεγάλωσα, προσπαθώ να ανιχνεύω τον πόνο στους ανθρώπους. Στα βλέμματά τους, στις συμπεριφορές τους.

~ Όταν κατορθώσω να τον ανιχνεύσω, φεύγω μακριά.

Πολλές φορές όμως, ξεχνιέμαι. Ξεχνάω να βγάλω τον ανιχνευτή, παρασύρομαι από τη γοητεία και τα λόγια, και ξεχνάω ότι μπορώ να πονέσω. Ξεχνάω ότι δεν είμαι φτιαγμένη από πέτρα.

Φύσει αυτοκαταστροφική λοιπόν, παρασύρομαι, βγάζω αλεξίπτωτα, σωσίβια, πετάω το κουτί των πρώτων βοηθειών, και πέφτω στο κενό.

Σα να μου κρύβουν τα μάτια με μαύρη κορδέλα, σα να μου κρύβουν τα αυτιά. Με απομονώνουν.  Να μην βλέπω και να μην ακούω, για να μη θυμηθώ, ότι υπάρχουν άνθρωποι, «συναισθηματικά ανάπηροι».

Πρωτόγονοι άνθρωποι, που βγήκαν από τις σπηλιές τους κατά την εποχή των παγετώνων, κοιτάνε να δουν τι θα πάρουν από τον άλλον για να επιβιώσουν (ή να επιβεβαιωθούν), να καλύψουν τρύπες, να γεμίσουν κενά(κια).

Κενά, ζωής ολόκληρης, που έφτασαν πάτο και στο πρώτο άοπλο και αυτοκαταστροφικό ον, ζητείτε να τα γεμίσει, με τα απομεινάρια της δικής του άδειας ζωής.

Μεγαλώνουμε με συναισθηματική αναπηρία, γιατί φοβόμαστε ότι θα πληγωθούμε. Και κάθε φορά που τα αφήνουμε, μας πληγώνει. Και τα κρύβουμε μέσα μας βαθιά. Μέχρι να ξεχαστούμε, και να βγουν από μέσα μας, σάπια.

Γιατί ο συναισθηματικός κόσμος, σαπίζει. Βρωμίζει. (αργο)Πεθαίνει.

Βρέθηκα με σάπιο συναισθηματικό κόσμο, σε συναισθηματικό αδιέξοδο, σε ένα τέλος που έφτασα με κλειστά μάτια.

Γέμισα ξένα κενά, ικανοποίησα απωθημένα, ξένα. Μέχρι που άδειασα.

Εγώ δε θα ψάξω να βρώ κάποιον να μου γεμίσει τα κενά μου.

Θα μείνω κενή, για να μη πονάω και να μη ξεχνάω τη ξετσιπωσιά του κόσμου.

Ξετσίπωτος, πρωτόγονος κόσμος. Έχει ξεφτιλίσει και το παραμικρό δείγμα ανθρώπινης ύπαρξης. Βλέπουμε αντικείμενα χρήσης, όχι ανθρώπους.

Έναν φίλο να περνάμε καλά και να βγαίνουμε για καφέ, έναν γκόμενο να έχουμε να στείλουμε στις «μοναξιές» μας, και το βράδυ κοιμόμαστε μόνοι.

Σε κρύο σεντόνι, δίχως καληνύχτα, δίχως καλημέρα.

Χωρίς καν τσίπα.

Γιατί;

Γιατί μάθαμε στα εύκολα, να μη πονάμε, να ξεχνάμε.

Εγώ όμως θυμάμαι. Γιατί όταν σε γνώρισα, ξέχασα να θυμηθώ, πως είναι να πονάς.

Ευχαριστώ που μου το θύμισες, όχι. Δε με συγχωρώ που με άφησα.

Να μη ξεχάσω να πω καληνύχτα. Και μην στεναχωρηθείς.

Ουδείς αναντικατάστατος μου είπες κάποτε.

Και γω, σε πίστεψα.

Τώρα καληνύχτα.

delipalta

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s