άσπονδες υποσχέσεις

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

Δεν κυλούσαν οι μέρες.

Και κάποτες έφτανε το βράδυ και κοιμόσουνα.

Και ονειρευόσουνα λιγάκι.

Δούλευες την επομένη.

Είχες αναστήσει τον εαυτό σου πολλές φορές.

Ίσως μέρα παρά μέρα.

Πιθανόν να το έκανες και κάθε πρωί.

Τι σημασία είχε άλλωστε.

Οι μέρες δεν κυλούσαν.

Και εσύ τους είχες υποσχεθεί πολλά πράγματα.

Τους είχες υποσχεθεί πως θα σταματήσεις να ερωτοτροπείς με τις υποσχέσεις.

  • άτιμες υποσχέσεις  –

Κάθε που πλάγιαζες στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένες δίπλα σου.

Στο παγκάκι στο πάρκο κάθονταν πλάι σου.

Και το πρωί όταν ξυπνούσες έπαιρναν μαζί σου πρωινό και ύστερα βούρτσιζαν τα δόντια τους στην πλαϊνή βρύση με τη δική σου.

Όπως τα είπες άτιμες.

Μετά βίας μπορούσες να τις αποχωριστείς αργά τη νύχτα, όταν πια καταρρακωμένος υπέκυπτες σε ένα βαθύ ύπνο.

Δεν χαιρέτησες καν εκείνο το πρωί.

Μπήκες στο γραφείο.

Έφτιαξες καφέ φίλτρου και στρώθηκες στην αρχειοθέτηση της χαρτούρας.

Πώς να το πω: Ήταν όλα κάπως ελλειπτικά .

Ακόμα και η φωνή σου δεν είχε την συνηθισμένη αριστουργηματική ολότητα της.

Ήταν βραχνή και τα λόγια σου κοφτά και βαριεστημένα.

Σε ρωτήσανε τι σου συνέβη.

Έριξες την ευθύνη σε μερικές ατέλειες που σε βασάνιζαν εδώ και καιρό.

Έτσι τουλάχιστον τους είπες.

Έπαιζες κρυφτό και ενέδιδες σε τυχαίους αναγραμματισμούς.

Λες και μπορούσες να πνίξεις κάθε τι υποθηκευμένο.

Οχι καλέ μου, δεν ξεχνιούνται οι υποσχέσεις.

Μονάχα εκκρεμούνε.

Κυρίως αυτές που υπαγόρευσες στα όνειρα σου,

τις νύχτες που έσφιγγε ο κλοιός της απελπισίας για μια ζωή αλλιώτικη.

Και οι μέρες δεν κυλούσαν.

Και συ εγκιβωτιζόσουν σε μια κατα φαντασίαν ευδαιμονία.

Πως τάχα δεν σκότωνες τον εαυτό σου σε μια προσπάθεια να οικοδομήσεις έναν καλύτερο.

Λες και αν έπαβες να έχεις προϊστορίες θα ήσουν ασφαλής.

Λες και αν σε αυτή την καμπή της ζωής ξεχνούσες τις υποσχέσεις, θα έλυνες επιτέλους τον αναγραμματισμό και θα ξεκινούσες και πάλι απο το

μη

δεν.

Άδικος κόπος καλέ μου.

Οι λέξεις είναι πιο έγκυρες από τις φιλοδοξίες μας.

Και οι υποσχέσεις που κάποτες δώσαμε στους εαυτούς μου αναγενιούνται μέσα από τις ίδιες μας τις στάχτες.

Μέρα παρά μέρα.

Και ούσες αέναες δεν ξεχνιούνται, ακόμα και όταν εμείς τις ξεχνάμε.

Ακόμα και τις μέρες που, ώ του παραδόξου θαύματος, κυλάνε.

  • Μα καλέ μου, τι θα κάνεις τώρα που δεν μπορείς να εκπληρώσεις και ετούτη την υπόσχεση;
  • Ω, έχω μάθει πια. Θα καταφύγω εν τέλει σε μία που της μοιάζει.

[αποκρίθηκες και συνέχισες να τακτοποιείς τους φακέλους κατά αλφαβητική σειρά]

ws

hatzikallia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s