Πριν κοιμηθώ

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Τρώγαμε μπισκότα και πίναμε ζαχαρούχο γάλα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι. Στην τηλεόραση έπαιζε ένα ντοκιμαντέρ με κάτι ελέφαντες. Εγώ, έσπαγα τα μπισκότα με τα δόντια μου και πριν τα καταπιώ, ρουφούσα μια στάλα γάλα και τ` άφηνα να λιώνουν στο στόμα. Ήμουν σίγουρος πως την ίδια διαδικασία ακολουθούσε κι εκείνη.

Κάποια στιγμή, την είδα που με κοίταζε.

«Απίκο», είπε.

«Τι;»

«Απίκο. Θα `μαι απίκο για σένα».

Δεν θυμάμαι τι απάντησα. Θυμάμαι μόνο πως έσκυψε και με φίλησε. Ένα φιλί στο στόμα κι ένα στο μάτι, πάνω από το βλέφαρο. Η ανάσα της μύριζε γάλα. Δεν είχα πρόβλημα μ` αυτό, κι η δικιά μου γάλα μύριζε.

«Απίκο», μου `πε. «Θα `μαι απίκο πάντα για σένα, να το ξέρεις αυτό».

Άρχισα να νυστάζω. Τα μπισκότα έφτιαχναν καλά τη δουλειά τους. Τράβηξα το σκέπασμα και το `φερα στο στήθος. Ήμουν γυμνός από κάτω και το σεντόνι με δρόσιζε. Στην τηλεόραση οι ελέφαντες τσαλαβουτούσαν στις λάσπες και μαθαίνανε και στα μικρά τους να κάνουνε το ίδιο. Δεν ήξερα πως υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος τρόπος για να τσαλαβουτάς στις λάσπες. Σίγουρα όμως οι ελέφαντες τα καταφέρνανε καλύτερα από μένα. Γύρισα και κοίταξα τον τοίχο. Η λάμπα που είχαμε στο κομοδίνο, του δάνειζε τα ζωγραφιστά λουλούδια της κι εκείνος τα `φτιαχνε γκρίζα και θολά, να ταιριάζουν με τη μούχλα. Σε μια γωνιά του, έστεκε διαλυμένος ο ανεμιστήρας και μας έπαιρνε μάτι – έτσι μου φαίνονταν. Τον είχα τσακίσει τον ανεμιστήρα με μια κλωτσιά στο πάτωμα τις προάλλες, πάνω σε έναν καυγά που είχα μαζί της. Ω, οι καυγάδες που είχαμε ήταν δυνατοί. Το σεξ ήτανε δυνατό. Με τσαμπουκά. Κάθε βρισιά μας γίνονταν φιλί και κάθε φιλί, βλαστήμια. Ήμασταν κτήνη.

Τα μάτια μου βάρυναν. Ακούμπησα το γάλα και τα μπισκότα στο πάτωμα και χώθηκα πάλι στα σεντόνια. Της γύρισα την πλάτη. Εκείνη, πέρασε τα χέρια της μέσα από το σεντόνι και άρχισε να με χαϊδεύει στους ώμους και στα πλευρά. Οι σκοτούρες της ημέρας χάθηκαν. Ο πόνος στα πόδια από την ορθοστασία χάθηκε. Ο ηλίθιος καλοκαιρινός ήλιος, το φανελάκι που κολλάει στην πλάτη, η βαβούρα, κι αυτά χάθηκαν. Σφάλισα τα μάτια και φαντάστηκα πως ήμουν σε κάποια σκοτεινή αμμουδιά το ξημέρωμα και ρουφούσα τη δροσιά του αέρα. Τα χέρια της φτιάχνανε θαύματα, κι εγώ είχα ανάγκη τα θαύματα. Εκείνο το βράδυ, είδα στον ύπνο μου δυο σπουργίτια που φοβισμένα από κάποιο Ολοκαύτωμα, χωθήκαν σε μια ξεροφωλιά φτιαγμένη μονάχα από στρωσίδια και σκεπάσματα και…

«Απίκο. Θα είμαι Απίκο για σένα…»

Άνοιξα τα μάτια και την είδα ξαπλωμένη δίπλα μου να στηρίζει το κεφάλι της με το χέρι και να με κοιτάζει. Τα μαλλιά της λαμπύριζαν από τις πρώτες αχτίδες που ξεχύνονταν από το παράθυρο. Έμοιαζε λες και φορούσε φωτοστέφανο.

«Πάντα, να το ξέρεις αυτό», την άκουσα να μου λέει, όταν ημέρεψε η φωτιά, λίγο μετά την αυγή,

λίγο πριν κλείσω την πόρτα

και φύγω.

dominik

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s