Μια κενή σελίδα.

Της Ντίας Κουκ.

~Μικρές ανάσες ζωής…

Mία κενή σελίδα που τόσα θέλεις να γράψεις και να βρίσεις όσα σε ρίχνουν. Αλλά δε θα το κάνεις. Είχα σκεφτεί να γράψω για ευχές.

Φαντάσου ένα λιβάδι, καταπράσινο, ο ήλιος  το φωτίζει και μοιάζει τοπίο βγαλμένο από μέρη που σε γεμίζουν χαρά και αισιοδοξία. Εκεί, έχουν φυτρώσει εκείνα τα λευκά ανθάκια, που μικροί συνηθίζαμε να φυσάμε και να κάνουμε μία ευχή.

Αέρας και ελπίδα.

Είναι αστείο αν το σκεφτείς. Η ελπίδα είναι αέρας κοπανιστός. Σε γεμίζει με ανάμεικτα συναισθήματα. Αγχώνεσαι, πατάς στον αέρα, ψάχνεις την άκρη του νήματος, δειλιάζεις να κάνεις το σωστό. Δε σκέφτεσαι τα πρέπει, αλλά τι θέλεις. Και όλα αυτά από μία ηλίθια λέξη. Καλά τα έλεγε ο Καζαντζάκης.

«Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος».

Πόσο δύσκολο είναι να μη φοβάσαι; Να μην φοβηθείς τον ίδιο σου τον εαυτό και μέχρι που μπορεί να φτάσει, πόσο καλό ή κακό μπορείς να κάνεις; Έχεις φτάσει στα όρια ή πηγαίνει και πιο κει;

Αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι σε μία σπηλιά. Στο βάθος της είναι όσα χάνονται σε επιθυμίες και ελπίδες, κόκκινα τριαντάφυλλα και υποσχέσεις. Οι άλλοι βρίσκονται στην είσοδο, είναι όσοι βλέπουν καθαρά, τυφλώνονται από το φως της γνώσης, δε φοβούνται τη φωτιά και τη ζέστη. Δεν έχουν τη διακαή ελπίδα να μπουν στη σπηλιά, ξέρουν το σκοτάδι, από εκεί ήρθαν.

Εσύ, λοιπόν, βρίσκεσαι στη μέση, στο μισοσκόταδο και στο ημίφως. Δε ξέρεις τι θέλεις, βρίσκεσαι μετέωρος προς δύο κατευθύνσεις. Ταυτόχρονα, είσαι ένας απαθής , αδιάφορος, άβουλος, θύμα της συνήθειας. Δεν κοιτάς πια, απλώς αφήνεις τα πράγματα να κυλούν, τα παρατηρείς παθητικά, καθώς άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, χωρίς να σε αγγίζουν. Κάτι δίνουν, κάτι παίρνουν.

Πώς ζούμε έτσι αδιάφορα;

Τις βρήκα έτοιμες τις λέξεις, δε βρήκα καμία δικιά μου. Άρα εδώ ανάμεσα σε Καζαντζάκη, Μάλαμα, Μποφίλιου και Μπούγκι σου λέω τελικά αυτό : μπορείς να γίνεις φλόγα και να καείς, για να ξαναγεννηθείς, σα το φοίνικα. Να κάνεις καινούργια αρχή, χωρίς ελπίδες, μόνο πράξεις.

Όπως, λέει και ο Μάλαμας, παύεις να είσαι ένας ακόμα ίσκιος ενός δέντρου που σε εμποδίζει. Επιβάλλεται να γίνεις σάρκα, με το αίμα να βράζει. Η απάθεια χρεώνει και δεν είμαστε στην ηλικία να μένουμε πίσω, χωμένοι στο σκοτάδι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s