ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Φέρεται άσχημα στις γυναίκες, λέει

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ 

Το ζητούμενο δεν είναι να βγάζεις τα εσώψυχα σου στο χαρτί, να τα δένεις με ηλιοβασιλέματα ή μισοφέγγαρα και να καυχιέσαι κι από πάνω. Το ζητούμενο είναι να παίρνεις την πραγματικότητα και να την πασαλείβεις πάνω στο χαρτί, όπως ένα μωρό πασαλείβει τους τοίχους με τα σάλια του. Το γράψιμο είναι φτύσιμο. Να, ας πούμε τώρα που προσπαθώ να γράψω αυτά εδώ πέρα, έχω στο χέρι μου ένα γκουανταναμέρα, κουβανέζικο εκατό τις εκατό. Είναι ξεραμένο τέρμα, αλλά τη δουλειά του την κάνει. Πριν καμιά ώρα, μου χτύπησε την πόρτα η γειτόνισσα και μου το `κανε δώρο.

«Παρ` το», μου `πε. «Το βρήκα χθες στη δουλειά. Μιας κι εγώ δεν καπνίζω τέτοια, είπα να στο δώσω».

Την άφησα να μπει και καθίσαμε στο κρεβάτι. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Όταν επέστρεψε, κρατούσε στα χέρια της ένα μπουκάλι κρασί και δυο πλαστικά ποτήρια. Άνοιξα το μπουκάλι και σέρβιρα και στους δυο μας. Το κρασί είχε χάλια γεύση αλλά δεν με πείραζε. Συνεχίσαμε το μουχαμπέτι. Στο ράδιο άρχισε να παίζει μια μελωδία σε πιάνο. Μου θύμισε κάποιο γλυκόπικρο άρωμα που αν και το βαστάς στη μνήμη, εκείνο σου ξεφεύγει. Άναψα το γκουανταναμέρα και προσπάθησα να συγκεντρωθώ σ` αυτά που μου `λεγε η γειτόνισσα. Κάτι για τους άντρες που δεν ξέρουν πως να συμπεριφερθούν σε μια γυναίκα, κάτι για την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, για την ανιδιοτελή αγάπη, και για κάτι άλλες τέτοιες χαζαμάρες. Θαύμασα τον τρόπο με τον οποίο πηδούσε από το ένα θέμα στο άλλο.

«Είστε ανώριμοι!» είπε κάποια στιγμή και σηκώθηκε. «Δεν εκτιμάτε αυτό που έχετε μέχρι να το χάσετε. Μετά, τρέχετε από πίσω σαν τα σκυλάκια».

«Αυτό που λες, είναι ρατσισμός», είπα.

«Μη μου λες εμένα τι είναι ρατσισμός και τι δεν είναι! Σκέφτεστε μόνο με το πουλί σας!»

«Θέλεις να πάμε να καθίσουμε στην βεράντα;»

«Α, τώρα αλλάζεις θέμα ε; Γιατί αλλάζεις θέμα; Δεν σε συμφέρει μήπως; Γουρούνια! Να, τι είστε! ΓΟΥ-ΡΟΥ-ΝΙΑ!»

«Ε, οι άντρες είναι γουρούνια κι οι γυναίκες τσούλες. Τι να κάνουμε, μπορεί κανείς να τα βάλει με την φύση;»

Η γειτόνισσα παράτησε το κρασί της, και όρμηξε στην πόρτα.

«Γουρούνια! Γουρούνια και φασίστες!»» είπε και την βρόντηξε πίσω της.

Ένα κομμάτι σοβά ξεκόλλησε από το ταβάνι και γκρεμίστηκε στο πάτωμα. Την ώρα που έσκυβα με το φαράσι, η πόρτα άνοιξε πάλι.

«ΦΑΣΙΣΤΑ!»

Πριν προλάβω να μιλήσω, η ρημάδα η πόρτα βρόντηξε για δεύτερη φορά. Μπορούσα να ακούσω τα βήματα της γειτόνισσας να φθίνουν στο πλακόστρωτο.

Επέστρεψα στο κρεβάτι και κάπνισα ό,τι είχε απομείνει από το πούρο. Στο ράδιο ακούγονταν παράσιτα. Καμιά φορά, τα παράσιτα είναι πιο ενδιαφέροντα από τα τραγούδια που παίζονται εκεί έξω. Έχουν ρυθμό. Συνοχή. Αρμονία. Ποιος είπε πως η Τέχνη σώνει και καλά πρέπει να `ναι κι όμορφη;

Προσπάθησα να φέρω στο νου μου τη μελωδία που έπαιζε στο πιάνο προηγουμένως. Η ανάμνηση της, σκέφτηκα, έμοιαζε με κάποιο γλυκόπικρο άρωμα που αν και το βαστάς στη μνήμη, εκείνο το διαολεμένο σου ξεφεύγει. Μου άρεσε αυτή η σκέψη και την σημείωσα νοητά με σκοπό να την κοτσάρω σε κανένα γραπτό.

dominik

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s