Σκηνή 49η: Η πείνα δεν είναι όμορφη

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Γεννάει διψασμένους.

Η θλίψη δε βλέπει δρόμους.Ούτε ενδύματα των πρώτων συρμών του Παρισιού.

Η θλίψη βλέπει δρόμους. Κι ενδύματα των τελευταίων συρμών του Παρισιού.

Αυτών που κρύβουν ήρωες. Που ψάχνουν τους χάρτες του βαγονιού ώστε να βρουν ένα μέρος να βγάλουν το βράδυ. Να κουρνιάσουν μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά και τους αδέσποτους τρόπους τους. Με τα αδέσποτα μυαλά και τις αδέσποτες ψυχές τους. Μα τότε τους ξυπνά άγαρμπα…ο δέσποτας της στάσης. Φωνάζει και τους άλλους, τους φίλους του και τον τραβάνε μαζί, έξω.

Η ταμπέλα υπάρχει για το κάπνισμα, εννοείται για τα σκυλιά.

Δεν ήξερα ότι εννοείται και για τους ανθρώπους. «Όχι κάνεις λάθος. Αυτοί δεν είναι άνθρωποι.» Σου πα να σταματήσεις. Μην παρεμβαίνεις όταν μιλάω.

Μην τους μπερδεύεις με σένα. Αυτοί διάλεξαν να σκίσουν το τελεσίγραφο που τους συνδέει με σένα. Αλλά ναι εσύ τους εκδικείσαι.

Σου έδωσαν το δικαίωμα να μπορείς. Γιατί η παραίτηση δε γνωρίζει μόνο ηθική αλλά κι ευθύνες. Η αλλαγή θέλει συνθηκολόγηση. Κι αυτοί αδέσποτοι πολύ μέσα στη φωτεινή σας πόλη για να τα βρουν μαζί σας δέσποτες δεσπότες.

Άλλωστε με τους Θεούς τους γεννήθηκαν μαλωμένοι.

Πως τους ζητάς συνύπαρξη; Απλά δωσ’ τους μια γωνιά και πέτα τους ρε, ΠΕΤΑ ΤΟΥΣ. Στο δρόμο…αλλά όχι, ρυπαίνουν τα σκουπίδια, τα «σκουπίδια».

Έχω σταματήσει μπροστά στην «γυναίκα-αδερφή εκείνης», της προηγούμενης σκηνής και σημειώνω στο τετραδιάκι μου. Δεν το πήρα χαμπάρι, γυρνώ, την κοιτάω, της χαμογελάω τρυφερά. Κάθομαι στα γόνατα, τείνω να παίξω με τον μπόμπιρα, στην αρχή φοβήθηκε, μετά ήρθε προς την μεριά μου.

Κοίταξα την γυναίκα στα μάτια. Είχε μια μεγάλη ουλή, την έκρυψε με το κασκόλ της…Ντράπηκα. Της λέω «μην το κρύβεις,είσαι πανέμορφη».

Θυμήθηκα την Σκηνή 22.

«Να σπας και μη φοβάσαι το σκοτάδι. Κρύβει τα σημάδια σου, κρύβει…Εσένα..

εσένα από το να σε γνωρίσω.»

Της είπα και την χάιδεψα τρυφερά. Τόσο όσο και το βλέμμα μου. Συγκινήθηκε, νόμιζα, μετά μου ζήτησε λεφτά. Τραντάχτηκα.

Της έδωσα ένα ματωμένο τάλιρο κι έφυγα. Μέχρι να φτάσω σπίτι δεν είπα κουβέντα.

Ο δρόμος δεν κρύβει ομορφιά,ούτε και γοητεία. Η πείνα δεν είναι όμορφη.

Γεννάει διψασμένους.

Η απόγνωση την ποίηση σκοτώνει…μα εγώ ψάχνω για ποιητές.

Ίσως το ότι γράφω να είναι εξιδανίκευση. Να ζω, και μέσα στο ζω να εντάσσεται το όνειρο. Ξεκίνησα το παρών έργο λέγοντας… τι πιο ρεαλιστικό από το όνειρο,φοβάμαι. Φοβάμαι πως έκανα λάθος. Το όνειρο αρχινά να ναι ρεαλιστικό μόλις εγκαταλείψουμε την ψευδαίσθηση πως είμαστε αιώνιοι.

Περίμενε, δεν το κατάλαβες. Αν η γυναίκα του δρόμου είχε εγκαταλείψει αυτή την ψευδαίσθηση δε θα πεινούσε, γιατί θα έβρισκε να φάει.

Και οι δύο ζωές που σουλάτσαραν στην κουβέρτα δεν φαινόταν να την χορταίνουν.

Η πείνα δεν είναι όμορφη. Γεννάει διψασμένους. Και η δίψα τους ξεπλένεται με χρήμα. Εκεί ναι,η τέχνη περισσεύει.

Σκηνή 49η. Τέλος.

koutrouvelis

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s