ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Αχάραγα

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Καμιά φορά, ξυπνώ μες στο άγριο ξημέρωμα κι είναι σαν να να ξυπνώ για πρώτη φορά. Μια φούσκα γαλήνης μοιάζει να με ζώνει κι ο νους μου αστράφτει, σα φλόγα που άναψε από μόνη της. Εκείνη την στιγμή απλούστατα, νιώθω το θαύμα να με πλημμυρίζει. Μου `ρχεται να σηκωθώ και να χοροπηδήσω, μου `ρχεται να κάτσω μια μέρα και να γράψω για όλα αυτά που με απασχολούν και να συζητήσω για όλα αυτά που με απασχολούν, μου `ρχεται να βγω και να περιπλανηθώ στους δρόμους, να χωθώ σε κάποιο καφέ για ξενύχτηδες και να ξηγήσω τον έρωτα και το θάνατο, να κρυφτώ σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο που δεν υπάρχει πια και να ψάξω εκείνο το βιβλίο που περιέχει όλη τη γνώση του κόσμου και που το `χει γράψει παιδί, μου `ρχεται να ψιθυρίσω μια συγνώμη σε κάποιο στενό το χάραμα, όταν δεν θα με βλέπει κανείς…

Την ώρα που τα φώτα στ` άλλα κτίρια είναι σβηστά κι οι άνθρωποι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, εσύ να κάνεις όλα αυτά τα πράγματα και να μην σε παίρνει χαμπάρι κανείς. Το φαντάζεσαι; Ένα μικρό μυστικό, που το βαστάς όπως η γριά το άγιο φως. Ο Μπόρχες έλεγε πως θα έπρεπε κανείς να κρίνεται με βάση τα οράματα και τα σχέδια του και όχι με βάση αυτά που έχει ήδη κάνει. Είναι μια καλή δικαιολογία αυτή, άμα θες να αράξεις με το εσώρουχο σου και να μεθύσεις χωρίς να μπορεί να σου πει κανένας κουβέντα.

Θυμάμαι, όταν σχολνούσαμε τα βράδια από τη δουλειά, η Βίκυ κι εγώ, ήμασταν αναγκασμένοι να ανεβαίνουμε με τα πόδια μιαν ανηφόρα για να φτάσουμε σπίτι. Οι πατούσες μας ήταν τσακισμένες από τους κάλους, οι μασχάλες μύριζαν ιδρωτίλα και τα κεφάλια μας ήταν έτοιμα να εκραγούν. Συνήθως, δεν ξεστομίζαμε πολλές κουβέντες στη διαδρομή. Ένα-δυο λόγια, κι αυτό ήταν όλο. Η μόνη μας έννοια ήταν να ξεφύγουμε από την ανηφόρα κι από ένα σωρό ανθρώπους που μας τριβόλιζαν κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Πολλές φορές, ενώ προχωρούσαμε, η Βίκυ κοντοστέκονταν και κοιτούσε τον ουρανό.

«Α, τι ωραία νύχτα σήμερα!» έλεγε.

Δεν ήξερα αν το έλεγε σε μένα ή στα δέντρα, ήξερα μόνο πως τα λόγια της σήμαιναν πολλά περισσότερα από αυτά που δήλωναν.

Σήμαιναν πως όλα τα καταπληκτικά πράματα συμβαίνουν στα πιο απίθανα μέρη, όταν δεν υπάρχει κανείς τριγύρω να τα δει. Κι αν υπάρξει, κρατά το βίωμα σφιχτά στα στήθη του μην τύχει και ξεφτίσει. Σήμαιναν πως σε μια ερημιά σαν κι αυτήν που `μασταν, χαμένοι μες στην γαλάζια νύχτα, με το φεγγάρι από πάνω να δίνει πόνο, έστω για λίγο, νιώθαμε ικανοί για τα πάντα. Σα να λέμε ξύπνιοι. Έμοιαζε με ευλογία αυτή η αίσθηση. Μια ευλογία που ήρθε καβάλα στον άνεμο και μας τάραξε. Μια «ανεμοβλογιά» μπορεί κανείς να πει.

«Α, τι ωραία νύχτα σήμερα!»

Και πριν καλά-καλά να το πάρουμε πρέφα, ο ανήφορος είχε χαθεί στα σκοτάδια, και το νερό έτρεχε καυτό στο μπάνιο, τα ρούχα ήταν πεταμένα στην άκρη για πλύσιμο, και μια καινούργια μέρα ξημέρωνε.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s