ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Μια καρδιά που δεν γνώρισε ποτέ κανείς

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Το να μιλάς σε μια φωτογραφία και να περιμένεις να σ` απαντήσει δεν είναι κάτι λογικό έτσι; Βέβαια, κι ο έρωτας δεν είναι κάτι λογικό. Και το να μισείς δεν είναι κάτι λογικό. Και το να μην μπορείς να φύγεις από το σπίτι χωρίς το φορτιστή σου δεν είναι κάτι λογικό. Απ` ότι φαίνεται, οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μικρά, τρελά πλασματάκια που χοροπηδάν στους ρυθμούς των θεών: Εσύ τι λες γι` αυτό;

Δε θυμάμαι πώς ακριβώς γνωρίσαμε την κερά-Μαρίνα. Θυμάμαι μόνο ότι για ένα διάστημα με το που σχολνούσαμε από το σχολείο πηγαίναμε καρφί στο σπίτι της. Θέλω να μιλήσω λίγο για κείνες τις μέρες. Η κερά-Μαρίνα ζούσε μόνη της σ` ένα διαμέρισμα που μύριζε μούχλα και μπαγιάτικο φαΐ. Την βοηθούσαμε στις δουλειές του σπιτιού κι εκείνη για αντάλλαγμα μας κερνούσε ζεστή σοκολάτα και μουστοκούλουρα στο σαλόνι. Καμιά φορά μας μοίραζε κι από κανένα δίφραγκο κι εμείς όταν φεύγαμε τα κολλούσαμε κι αγοράζαμε τσιγάρα συνεταιρικά.

Καθόμασταν που λέτε όλοι μαζί στο σαλόνι με τα στόματα μας παραφουσκωμένα από τα μουστοκούλουρα κι ακούγαμε την κερά-Μαρίνα να φλυαρεί για τον καιρό, για τις αρθρώσεις της, για το πώς ξαφρίζει το κρέας. Ύστερα, μην έχοντας τι άλλο να πει, μας άφηνε και αποτραβιόταν στην κουζίνα. Όταν έφτανε η ώρα να φύγουμε, περνούσαμε από το χωλ και την βλέπαμε να κάθεται στο τραπέζι κρατώντας στα χέρια της μια φωτογραφία περασμένη σ` ένα κάδρο. Η ιστορία ήταν πάντα η ίδια: Φωνάζαμε για αντίο ή κουνούσαμε τα χέρια, όμως εκείνη δεν σήκωνε το βλέμμα της από κείνο το κάδρο. Μόνο τα χείλη της σάλευαν. Έμοιαζε με μηχανή που έβλεπε στον ύπνο της το κούρδισμα. Την αφήναμε σ` αυτήν την κατάσταση και φεύγαμε με τις εξυπνάδες μας να δίνουνε και να παίρνουνε.

«Ε, ο άντρας της που πέθανε θα είναι…»

«Αφού δε παντρεύτηκε ποτέ ρε, η αδελφή της είναι σας λέω, που ζει στην Αμερική».

«Σκάστε, η μάνα της είναι. Δεν θυμάστε που μας έλεγε ότι την τουφέκισαν οι Γερμανοί;»

Εκείνη την εποχή δεν θα μας έλεγες κι αγγελούδια. Οι γείτονες μας βλέπανε και κάνανε το σταυρό τους. Οι δασκάλοι απ` την άλλη γαμοσταύριζαν. Κανείς τους όμως δεν γνώριζε για την κερά-Μαρίνα. Κανείς τους δεν γνώριζε για τη γριά που ζούσε ολομόναχη και μιλούσε στις φωτογραφίες της. Μονάχα μεις γνωρίζαμε. Τα τσογλάνια κι οι ανεπίδεκτοι μαθήσεως. Κι ήμασταν δίπλα της όχι από ελεημοσύνη αλλά από ένστικτο.

Μια μέρα, μάθαμε ότι πέθανε. Ετοιμαζόμασταν να μπούμε στην πολυκατοικία της, όταν μας το `πε ο περιπτεράς της γειτονιάς.

«Αϊ δρόμο», έκανε. «Τραβάτε στα κυπαρίσσια τώρα να τη βρείτε».

Ανεβήκαμε τροχάδην τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Με δυο-τρεις κλωτσιές γκρεμίσαμε την πόρτα κι αμοληθήκαμε στο διαμέρισμα.

«Ε, κερά-Μαρίνα!»

Χαζοί δεν ήμασταν αλλά μας μπέρδευε το διαμέρισμα με τα φλιτζάνια του, με τους σεμέδες του και με τα ριχτάρια του στους καναπέδες. Στην κουζίνα μια βρώμα μας χτύπησε την μύτη. Ήταν κάτι μουστοκούλουρα που σάπιζαν ήσυχα σε μια γωνιά του τραπεζιού. Δίπλα από τα μουστοκούλουρα βρισκόταν εκείνο το καδράκι με την φωτογραφία. Ήταν γυρισμένο ανάποδα. Χωρίς πολλά-πολλά ορμήσαμε στο τραπέζι κι ένας από εμάς σήκωσε τη φωτογραφία. Δεν ήταν φωτογραφία. Καθρέφτης ήταν.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s