ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Ο Γιαν Βόλκερς θα το ζήλευε αυτό

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Ζούσαμε σ` ένα διαμέρισμα στη Βύρωνος. Η Λένα σπούδαζε Καλών Τεχνών κι εγώ ήθελα να γίνω ποιητής. Βασικά, λιμοκτονούσαμε. Ένα απόγευμα, καθόμουνα στο κρεβάτι και την χάζευα που στεκόταν στον τοίχο και ζωγράφιζε. Φορούσε μόνο ένα πουκάμισο. Ήταν πολύ ερωτική η Λένα, μου άρεσε. Κάθε φορά που έβαφε κάποιο ψηλό σημείο, το πουκάμισο σηκωνόταν και αποκάλυπτε τους γλουτούς της. Η καριόλα δε φορούσε καν εσώρουχο. Εκείνη την στιγμή μου φάνηκε πως όλη η Τέχνη του κόσμου δεν άξιζε μία, γιατί το αληθινά θαυμαστό είναι κείνο που δεν μπορεί να αποτυπωθεί παρά μόνο φευγαλέα στο νου. Καλός ο καμβάς της Λένας, μα ο πραγματικός καμβάς ήταν η Λένα μισόγυμνη να ζωγραφίζει ένα καμβά.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και την πλησίασα. Έχωσα τη μούρη μου στα μαλλιά της κι ύστερα πέρασα τα χέρια μου μέσα από το πουκάμισο.

«Εεε, τι κάνεις;»

Την γύρισα και την κόλλησα στο καμβά. Άρχισα να την φιλάω στο στήθος και στο λαιμό. Εκείνη άφησε τα πινέλα να πέσουν και πήγε να με σπρώξει.

«Μου χαλάς τον πίνακα! Μου χα…»

Της έκλεισα το στόμα μ` ένα γερό γλωσσόφιλο. Είχε δίκιο όμως. Έτσι όπως την πίεζα στο καμβά, τα χρώματα είχαν πασαλειφτεί. Και στην πλάτη της Λένας τα χρώματα είχαν πασαλειφτεί. Αυτό το κατάλαβα αργότερα όταν σερνόμασταν σαν τα σαλιγκάρια στο πάτωμα και αφήναμε στρώση το χρώμα πίσω μας. Κι ύστερα ακόμα, όταν το λευκό πάπλωμα και τα λευκά σεντόνια και τα λευκά μαξιλάρια είχαν πάρει όλες τις αποχρώσεις του μωβ και του μπλε. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα φαίνονταν το εσωτερικό του διαμερίσματος από ψηλά. Ο ύστατος πίνακας. Ήμουν ο Ελ Γκρέκο.

Άρχισε να νυχτώνει. Βολευτήκαμε στο κρεβάτι και καπνίσαμε τα τελευταία τσιγάρα μας, πασαλειμμένοι ως το κόκκαλο με χρώμα. Από κει που ήμασταν, μπορούσα να δω την τρύπα που μας άφησε ο μαλάκας ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας στον τοίχο, όταν ξερίζωσε το αιρκοντίσιον. Την είχαμε καλύψει με χαρτόνι και κάθε φορά που φυσούσε, ακούγαμε το ζελοτέιπ να ξεκολλάει. Με νανούριζε αυτός ο ήχος η αλήθεια είναι.

«Θα κάνουμε μαζί ντους;» με ρώτησε η Λένα κάποια στιγμή.

«Μμμ; Ναι, ναι… Όλγα μου».

Εκείνη γύρισε και μου `ριξε μια σκουντιά. «Όλγα», λεγόταν η γυναίκα του Γιαν Βόλκερς στο μυθιστόρημα του, «Λουκούμια». Ήταν ένας ειλικρινής συγγραφέας ο Γιαν Βόλκερς. Tον θαύμαζα γι` αυτό.

«Σου είπα, μη με λες έτσι», είπε η Λένα και βόλεψε το κεφάλι της στο στήθος μου.

Μείναμε για λίγο ακόμα εκεί πέρα κι ύστερα μπήκαμε κάτω απ` το ντους. Πάσαρα στη Λένα το τηλέφωνο κι εκείνη το `σφιξε με τα δυο της χέρια στο στέρνο. Ύστερα, έσκυψε κι άρχισε να ρουφάει το νερό που ανέβλυζε, ενώ την ίδια στιγμή, το άφηνε να κυλήσει από τα χείλη της. Ο κακομοίρης ο Γιαν Βόλκερς θα το ζήλευε αυτό. Στο νου μου, εμφανίστηκε η εξής εικόνα: Ένα σπουργιτάκι. Χοροπηδά στο χιόνι. Φτερά που παγώσαν. Δεν ήξερα πώς ν` αντιδράσω κι έτσι έκανα ό, τι μου κατέβηκε: Έβαλα σαμπουάν κι άρχισα να σφυρίζω.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s