ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Σκυλίσια ζωή

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Η Λένα έχει κλειδωθεί μέσα στη κρεβατοκάμαρα και κλαίει. Εγώ στέκομαι στην πόρτα και μα το χριστό, δεν ξέρω τι να κάνω. Από την μία, θέλω να το παίξω κύριος, να της δείξω πως είμαι δίπλα της κι όλες αυτές τις μαλακίες, από την άλλη, έχω ψιλομεθύσει, τα μάτια μου τσούζουν κι έναν υπνάκο εδώ που τα λέμε δεν θα με χαλούσε να τον πάρω. Με τα πολλά, αποφασίζω να φερθώ διπλωματικά: Πηγαίνω στην κουζίνα, παίρνω δυο μπύρες κι επιστρέφω στην πόρτα. Στρογγυλοκάθομαι στο πάτωμα, ανοίγω τη μια μπύρα και προσπαθώ να χαλαρώσω. Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες από τον καιρό που βαρούσα σκοπιές στο στρατό. Κάνει κρύο και μ` έχουν ζώσει κ` οι καύλες. Κι όσο περνάει η ώρα, χειροτερεύουν —και το κρύο και οι καύλες. Θέλω λίγο να πάρω τα πράγματα από την αρχή, να καταλάβω γιατί όλα τα κουλά πρέπει να τυχαίνουν σε μένα.

Λοιπόν, ήμασταν έξω, η Λένα κι εγώ. Είχαμε πάρει σβάρνα δυο-τρία μαγαζιά στην Βαλαωρίτου πριν καταλήξουμε σ` ένα που ήταν ό, τι πρέπει για να λήξει η βραδιά∙ o διάδρομος καθώς μπαίναμε, μύριζε κάτουρο και ξερατό. Τέλος πάντων. Βρήκαμε μια άνετη γωνιά στη μπάρα και παραγγείλαμε τα ποτά μας στο όρθιο. Η Λένα φορούσε ένα τζιν εφαρμοστό και κάτι τακούνια που κάνανε τα πόδια της να μοιάζουν με λεπίδες. Από πάνω μια μπλούζα μαύρη, εφαρμοστή κι αυτή, μου `δινε την εντύπωση ότι το κορμί της πνιγόταν εκεί μέσα κι ότι ανά πάσα στιγμή θα ξεχυνόταν έξω. Κάποια στιγμή με ρώτησε γιατί την κοιτάζω μ` αυτό το ύφος. Την έπιασα από τη μέση και της ψιθύρισα τον λόγο στ` αυτί. Παραγγείλαμε και δεύτερα ποτά και συνεχίσαμε να μιλάμε για διάφορα. Γύρω μας ο κόσμος χόρευε και γελούσε σα παιδί που ξαμολήθηκε στη παιδική χαρά.

Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο μαλώσαμε. Μπορεί να `φταιγε η μπαργούμαν που μ` έφτιαχνε τα γλυκά μάτια, μπορεί να `φταιγε η Λένα που ενώ έλεγε πως θα το κόψει, εκείνη συνέχιζε να καπνίζει —από το δικό μου πακέτο. Μπορεί πάλι να `φταιγε το γεγονός ότι εγώ ήθελα να συνεχίσω να πίνω ενώ η Λένα νύσταζε. Γενικά, είμαι ένας δύσκολος άνθρωπος που αρπάζεται με το παραμικρό. Μου αρέσει όμως να είμαι δύσκολος γιατί είναι ένας χαρακτηρισμός αυτός που μου τον κοτσάρανε οι εύκολοι.

Τέλος πάντων, πληρώσαμε και φύγαμε. Στο δρόμο, προσπαθούσα να την προλάβω. Με τσάντιζε αυτό. Κι επιπλέον, ήταν κι εκείνο το ολόστενο τζιν κι εκείνα τα διαολεμένα τακούνια που όρθωναν τα κωλομέρια της και δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά.

«Τι σκατά τρέχεις έτσι;» είπα όταν την πρόφτασα. «Θες να δείξεις τα νευράκια σου σ` όλο τον κόσμο;»

Η Λένα δεν απάντησε. Μόνο πρόσεξα που έσφιξε τα χείλη της. Η αλήθεια είναι πως κάτι ράγισε μέσα μου και μέχρι να φτάσουμε σπίτι κράτησα σφιχτά και τα δικά μου.

Μέναμε στον τρίτο όροφο. Την ώρα που μπαίναμε στο ασανσέρ, άρπαξα τη Λένα και την κόλλησα με τη μούρη στο τοίχωμα.

«Άφησε με! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ;»

Πάλεψε να ξεφύγει αλλά το ασανσέρ ήταν μικρό σα φέρετρο. Τράβηξα την μπλούζα της και με το ένα χέρι άρχισα να την χουφτώνω στα στήθη ενώ με το άλλο, πρώτα πάτησα το κουμπί να φύγει το ασανσέρ, κι ύστερα ξεκούμπωσα το παντελόνι μου. Κάποτε, η Λένα κατάφερε να λευτερωθεί κι άρχισε να με χτυπάει στα τυφλά.

«ΦΥΓΕ ΡΕ! ΕΙΣΑΙ ΑΝΩΜΑΛΟΣ! ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ!»

Αυτό κράτησε μέχρι την στιγμή που κατέβασα το τζιν της κι άρχισα να χώνω το χέρι μου ανάμεσα από τα πόδια της. Ήτανε μούσκεμα. Τελικά, γύρισε με το πρόσωπό να κοιτάει τον καθρέφτη, έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε. Ήμασταν κάμποση ώρα εκεί μέσα. Κάθε φορά που σταματούσαμε σε κάποιον όροφο, πατούσα το κουμπί και το ασανσέρ ξανάφευγε. Για κακή μας τύχη όμως, την ώρα που πήγαινα να τελειώσω, ακούσαμε εκείνες τις φωνές από τον διάδρομο κι αναγκαστήκαμε να το λήξουμε.

Η πόρτα του διαμερίσματος βρισκόταν εκεί που τα σκαλοπάτια ξεκινούσαν να κατεβαίνουν. Άφησα τη Λένα ν` ανοίξει με τα δικά της κλειδιά. Μα κείνη αντί να ξεκλειδώσει, γύρισε και μ` έπιασε από τον ώμο σαν να `ψαχνε στήριγμα. Ύστερα γύρισε πάλι προς την πόρτα, όμως δεν πρόλαβε να πιάσει το πόμολο. Τα πόδια της λύγισαν και πριν συνειδητοποιήσω αυτό που γινόταν, το κορμί της Λένας κατρακύλησε χαλαρό σαν μπόγος στις σκάλες κι ύστερα έμεινε ακίνητο στο πλατύσκαλο της στροφής.

Η Λένα ήταν νεκρή. Κι εν μέρει, έφταιγα εγώ γι` αυτό. Τουλάχιστον κάτι τέτοια μου τριβόλιζαν το μυαλό την ώρα που πηδούσα τις σκάλες. Έσκυψα από πάνω της κι άρχισα να της δίνω μπάτσες στο πρόσωπο.

«Ξύπνα! Λένα Ξύπνα! ΞΥΠΝΑ ΣΟΥ ΛΕΩ!»

Εκείνη κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε.

«Μμμμ… μμμ… »

«Λένα είσαι εντάξει; Είσαι καλά;»

«Άσε… με…», έκανε. «Παρα… τα… με… φυ… γε».

Προσπάθησα να την βοηθήσω να σηκωθεί. Εκείνη όμως τίναξε τα χέρια μου και σηκώθηκε όπως-όπως. Μπήκαμε στο διαμέρισμα και την ακολούθησα στην κουζίνα και στο σαλόνι. Στο μπάνιο δεν μ` άφησε να `ρθω. Όταν βγήκε, δοκίμασα να την αγκαλιάσω. Μ` έσπρωξε κι όρμησε σα σίφουνας στην κρεβατοκάμαρα. Δεν ήθελε ούτε το πρόσωπό της να δω.

Έχει πάει έξι παρά, κι ακόμα βρίσκομαι έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, καθισμένος στο πάτωμα σα σκύλος έξω απ` τα Μπέρσκα, να καπνίζω τα τελευταία μου τσιγάρα και να σκέφτομαι ότι μάλλον δε θα ήταν κι άσχημη ιδέα να ελαττώσω κάπως το ποτό.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s