Σκηνή 66η : Λευκά Τριαντάφυλλα

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Ώρα 2:44.Βρίσκομαι εντός του μπλοκ της Boulevard Brune υπ’αριθμόν 119,κελί 104 c.

Βρωμάει τσιμέντο το βιβλίο μου…λερώθηκε στην πόλη.

Οι ήρωες μου σιγά σιγά μαραίνονται…Βλέπεις δεν είναι μαθημένα όλα τα λουλούδια να επιβιώνουν στην λάσπη.Άλλα μέσα τις ανθίζουν,γινήκαν λευκά τριαντάφυλλα…τα περισσότερα όμως μεγάλωσαν απότομα..με γαϊδουράγκαθα μοιάζουν.

Κι είναι μέρες σαν κι αυτή που ψάχνω τους ποιητές μου τους νεκρούς..μέσα σε μια πόλη γεμάτοι ζωντανούς πεζούς.Βγαίνω έξω για να μην τρελαθώ.Φτάνω στο Saint Germain des Pres.Στην γωνία βρίσκεται το “Les Deux Magots” όπου σύχναζε ο Sartre. Kάθομαι και παραγγέλνω μια ζεστή σοκολάτα.Θα χουν περάσει 5 λεπτά και ο καλοβαλμένος σερβιτόρος μου την προσφέρει σε μία γυαλισμένη πορσελάνη.Η πορσελάνη έχει απάνω λευκά τριαντάφυλλα ολόγυρα στην κούπα.Και καθώς τείνω να πιω την πρώτη μου γουλιά βιάστηκα και με έκαψε.

Η πορσελάνη λερωθηκε. Το λευκό της τριαντάφυλλο έδωσε την θέση του σε μια στάλα παχύρρευστης σοκολάτας Viennoize,το επισκίασε.Ακόμα κι αν ήθελα να αγνοήσω τον πρώτο συλλογισμό μου για τα λουλούδια και την λάσπη ο συμβολιστής εαυτός μου δεν μ’αφήνει.Το δα και στην πράξη.Θυμήθηκα μια γαλλική ταινία με τίτλο “La Haine.”Στο τέλος της ταινίας αναφέρεται το εξής

“Δεν είναι το πως πέφτεις που μετράει.Είναι το πως προσγειώνεσαι,το πως προσκρούεσαι”.

Θα μου πεις πως συνδέεται η ταινία με τα λευκά μου Τριαντάφυλλα. Κατά γενική ομολογία δεν συνδέεται.Στο δια ταύτα όμως μιλά για την ίδια ακριβώς σχέση.

Επίτρεψε μου.Η λάσπη είναι η κοινή θέα καθώς πέφτεις.Όλοι εκεί εν τέλει καταλήγουμε.Ακόμα κι αν όλοι μας είμαστε τριαντάφυλλα λευκά τους πιο πολλούς από μάς η λάσπη θα μας λερώσει.Θα πνίξει στο σκοτάδι της το φως μας.Και στο τέλος θα καταλήξουμε να νοσταλγούμε το αλέρωτο λευκό ζώντας στο ατέλειωτα λερωμένο.Και θα ζηλεύουμε τα γαϊδουράγκαθα…μιας και η ανάμνηση δεν τα πονά.Το παρελθόν τους ποτέ δεν ήταν ένδοξο.Τι είχαν?Τι έχασαν?

Έχουμε τριαντάφυλλα λευκά που τα βλέπουν λευκά τριαντάφυλλα.Μέσα στην λευκότητα τους όμως τα λευκά προσγειώνονται στο σκοτάδι τους…και έτσι χάνουν το λευκό τους.Πέρα από τα λευκά…αφού πια το λευκό μοναχά ανάμνηση είναι.

Και τα γαϊδουράγκαθα πιο λευκά από τα λευκά μας…τριαντάφυλλα τώρα. Μιας και πάντοτε λερωμένα ήταν απ’την ασχήμια.

Κι εμείς κηπουροί αυτών ψάχνουμε ένα λίπασμα ανάμεσα στο πετώ και το πέφτω.Και μέσα εκεί γεμίζουμε με κοπριά και χώματα.Αναιρούμε το έρεισμα της απάθειας,παρασερνόμαστε από την λέξη λάσπη.Τι είναι η λάσπη στην προκειμένη?Το λίπασμα ανάμεσα στο ατενίζω και το βρίσκομαι που ψάχνω και που μέχρι να βρω μου έδωσε το έναυσμα πως έχω ήδη ξυπνήσει.Με κάνει να συνειδητοποιώ την πτώση μου.Και το έμβασμα ποιο?Πάλι το χώμα κι η κοπριά.

Το συμπέρασμα…έχω ανάγκη το γαϊδουράγκαθο και την λάσπη, έχω ανάγκη να καώ ώστε να τιναχτώ και να λερώσω την κούπα μου, έχω ανάγκη να πέσω.Αν δεν γίνονταν αυτά τότε θα συνέχιζα να πιστεύω πως είμαι ΜΟΝΑΔΙΚΌΣ επειδή με χαρακτηρίζει το λευκό μου, αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι γιατί η λάσπη με κάνει να διαφέρω…και το γεγονός πως ο δίπλα μου είναι γαϊδουράγκαθο. Απλώς λοιπόν με ονομάζω τυχερό που γεννήθηκα σε έλος κι όχι σε κήπο.Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο.

koutrouvelis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s