Eleni’s Infinite Playlist Speak.Easy

Το δαχτυλάκι

Της Ελένης Μπενέκα

Το Μελινάκι τα άκουσε για τα καλά χθες από την μάνα της. Όλο το τετράγωνο εντυπωσιάστηκε  από τις φωνητικές επιδόσεις της γυναίκας που έδωσε το ρεσιτάλ της για περίπου δύο ώρες  μέχρι σύσσωμη η πολυκατοικία να χωνέψει καλά το μεσημεριανό. Ειδικά το παιδάκι. Εφτά παγωτά στην καθισιά της και ούτε ένα πόνο δεν ένιωσε στο στομάχι της . Μόνο τις στριγκλιές της μάνας  δεν αντέχει. Κλείνει τα αυτάκια της  και κοιτάει έξω από το παράθυρο. Την είδα να μου δίνει αυτό το βλέμμα απελπισίας , που θέλει να δραπετεύσει και ψάχνει συνεργό στην φυγή της.   

Είναι μια εβδομάδα τώρα που οι αχτίδες του ήλιου χαϊδεύουν το πρόσωπο μου, στο μπαλκόνι του διαμερίσματος. Όλοι έβγαλαν τα τραπεζάκια με τις καρέκλες για να πίνουν τον πρωινό καφέ έξω. Όλα τα μπαλκόνια είχαν γίνει μια παρέα, κανείς δεν ήταν μόνος. Γελούσαν και σχολίαζαν τον περιπτερά και τον μπακάλη που τρωγόντουσαν κάθε μέρα στο δρόμο. Ήταν και μια μέρα που το λεωφορείο δεν μπορούσε να περάσει από το ξύλο που έριξαν καταμεσής του δρόμου. Τι γέλιο είχαν ρίξει τότε όλες οι γριούλες στα μπαλκόνια! Το Μελινάκι όμως δεν μπορούσε να καταλάβει με τι γελούσαν οι άλλοι. Το παράθυρο του σπιτιού της δεν ήταν ανοιχτό και άμα καθόταν πολλή ώρα έξω η μάνα της, της έβαζε τις φωνές που κάθεται και χαζεύει τα απέναντι διαμερίσματα. Είχε έρθει ένα τζιτζίκι στην βεράντα κάποια στιγμή και προσγειώθηκε πάνω στο πόδι μου. Η μικρή απέναντι με κοιτούσε με αυτό το ζωηρό βλέμμα που υπάρχει σε όλα τα παιδιά. Ξαφνικά το τζιτζίκι δίνει ένα σάλτο και φτάνει στο παράθυρό της. Στην στιγμή κοιταχτήκαμε, και μου έσκασε ένα τεράστιο χαμόγελο. Δεν τα πήγαινα καλά με τα παιδιά αλλά το κοριτσάκι από το παράθυρο μου θύμισε την μοναξιά στο νησί. Τώρα κατάλαβα πως  και η πόλη έχει τις σιωπές της.

Η πραγματικότητα με έβγαλε γρήγορα από τις σκέψεις μου. Ο ήχος που έβγαλε το σπασμένο τζάμι γκρέμισε όλη την ανεμελιά της μέρας. Δεν κατάλαβα πως έγινε ακόμα. Ξαφνικά είδα το Μελινάκι να κλαίει γοερά και το χεράκι της να είναι γεμάτο αίμα. Δεν μπορούσε να χαϊδέψει το τζιτζίκι που στεκόταν έξω γιατί το παράθυρο ήταν τόσο γερά κλεισμένο που από τα νεύρα της άρπαξε πάνω από το τραπέζι ένα μαρμάρινο τασάκι και με όλη της την δύναμη το έριξε πάνω στο τζάμι . Το κακόμοιρο το τζιτζίκι εξαφανίστηκε και το κοριτσάκι έμεινε να πιπιλάει το χτυπημένο δαχτυλάκι της πίσω από το σπασμένο παράθυρο. Ήθελα να την βοηθήσω, σκέφτηκα για μια στιγμή να κατεβώ κάτω να χτυπήσω το κουδούνι τους αλλά δείλιασα. Οι ουλές στο πρόσωπο μου δεν έχουν κλείσει ακόμη, μπορεί και ποτέ είπε ο γιατρός. Το σπίτι το έχω συνηθίσει ένα χρόνο τώρα που είμαι έγκλειστη . Άσε που οι άνθρωποι μπορεί να τρομάξουν άμα με δουν έτσι, με κατεστραμμένη μούρη. Απομακρύνθηκα από την πόρτα και γύρισα πίσω στο μπαλκόνι. Το παιδί ήταν ακόμη εκεί , κανείς δεν πήρε είδηση τι έγινε. Την κοιτούσα που φίλαγε το χτυπημένο δάχτυλό της. Το είχε μετανιώσει που έκανε τόση φασαρία για ένα τζιτζίκι. Σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε . Τα έχασα. Μια σταλιά κορίτσι και δεν φοβόταν να με αντικρύσει . Ο ήλιος έδυε και εγώ είχα αποκτήσει μια μικρή φίλη που δεν την ένοιαζε η όψη μου. Για μια στιγμή την έχασα αλλά επέστρεψε σύντομα στο περβάζι της. Κρατούσε ένα χαρτί στα χέρια της , με μήνυμα. Με μεγάλα γράμματα έγραψε την ευτυχία. Καλοκαίρι.    

[Φωτογραφία: Διονύσης Αναλυτής]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s