Σέλαρντορ

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Την ώρα που έψαχνα τα κλειδιά μου, παρατήρησα πως η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο μόνος άνθρωπος που είχε δεύτερα κλειδιά ήταν η Βίκυ, κι η Βίκυ μ` είχε παρατήσει εδώ και δύο μέρες. Δεν συμβαδίζαμε πνευματικά», όπως έλεγε, αν κι εγώ ήξερα ―το είχα καταλάβει δηλαδή― ότι ήταν λεσβία. Έσπρωξα τη πόρτα κι άρχισα να φωνάζω τ` όνομα της. Δεν πήρα απάντηση. Πήγα στην κουζίνα, στο σαλόνι και τέλος στη κρεβατοκάμαρα. Αναρωτήθηκα αν έπαιζε κάποιου είδους παιχνίδι. Ύστερα σκέφτηκα πως κάτι τέτοιο δεν ήταν του στυλ της, οπότε για την εξώπορτα μάλλον θα `φταιγε η αφηρημάδα μου.

Βγήκα από την κρεβατοκάμαρα και κατευθύνθηκα προς την τουαλέτα. Ήθελα να ρίξω ένα κατούρημα. Λίγο πριν πιάσω το χερούλι της πόρτας, κοντοστάθηκα. Η πόρτα του μπάνιου ήταν κλειστή. Αυτό με παραξένεψε γιατί δεν συνήθιζα να την κλείνω, λόγω της υγρασίας. Εκείνη την στιγμή, μου `ρθε μια παράξενη ιδέα: Πως κάποιος ή κάτι με παρακολουθούσε. Αυτό που νιώθει το ποντίκι όταν το βραχνιάζει η σκιά του γάτου.

Πίεσα το χερούλι της πόρτας, όμως ―λες και το `ξερα― η πόρτα δεν άνοιξε. Αυτό πάει πολύ, σκέφτηκα. Να ’ρθει και ν` αφήσει το πεσκέσι της στη λεκάνη της τουαλέτας μου, ναι ρε φίλε, αυτό πάει πολύ. Άρχισα να χτυπάω τη πόρτα.

«Να πας στη γκόμενά σου να χέσεις! Παλιοβρώμα! Ε, Παλιοβρώμα!»

Και καθώς φώναζα, εκείνη η αίσθηση ότι κάποιος ή κάτι με παρακολουθούσε, συνέχιζε να με τσιγκλά.

Κάποια στιγμή, άκουσα το καζανάκι κι ύστερα και την βρύση. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Η λαίδη έπαιρνε το χρόνο της. Όταν η βρύση σταμάτησε να τρέχει, άκουσα το κλειδί να γυρνά κι η πόρτα άνοιξε.

«Να τσακι…»

Η φωνή μου κόπηκε λες και μου τράβηξαν το καλώδιο από την πρίζα. Δυσκολεύομαι να περιγράψω αυτό που συνέβαινε ―συγχωρέστε με. Ένιωσα πως δεν ήμουν «εδώ», στο σπίτι μου, άλλα σε κάποιο άλλο σπίτι που κατά κάποιον παράξενο λόγο ήταν το δικό μου αλλά και δεν ήταν. Ρώτα ένα νεκρό γιατί αυτοκτόνησε. Έναν τρελό, να σου πει για το σκοτάδι που τον κατάπιε. Γιατί τρελός ήμουν. Ή αυτό, ή μου βάζαν` κάτι στο νερό.

Μπροστά μου στεκόταν ένας τύπος φτυστός εγώ και μου χαμογελούσε. Ο τύπος είχε το ίδιο κούρεμα με μένα, τα ίδια μάτια με μένα, τα ίδια χείλη με μένα, ως και τα ίδια ρούχα με μένα. Πώς γίνεται να φοράς ακριβώς τα ίδια ρούχα με κάποιον άλλον; Προσπάθησα να μιλήσω, να πατήσω νοητά πάνω σε κάτι γνώριμο, όμως τίποτα δεν έμοιαζε γνώριμο. Το σκοινί είχε κοπεί κι εγώ βυθιζόμουν στο βούρκο.

«Τι… Σκατά… Είσαι;» κατάφερα κι είπα.

Ο τύπος χαμογέλασε πλατιά. (Σα να λέμε, εγώ χαμογέλασα πλατιά).

«Είμαι, αυτό που βλέπεις», είπε προσπερνώντας με.

Τον ακολούθησα στο σαλόνι. Είμαι αυτό που βλέπεις. Αυτό που έβλεπα ήταν ο εαυτός μου. Άρα, έβλεπα τον εαυτό μου. Αν όμως αυτό που έβλεπα δεν ήταν αληθινό, και δεν ήταν παρά μια παραίσθηση, τότε ήμουν παλαβός, κι απλούστατα έβλεπα την παλαβομάρα μου να εκδηλώνεται. Οπότε τι βλέπω; Ή μάλλον, τι επιλέγω να δω;

Ήθελα να τον αγγίξω. Να δω αν τα χέρια μου θα γραπώνανε σάρκα ή σκέτο αέρα. Πριν προλάβω να κάνω το οτιδήποτε, ο τύπος πήρε το τηλεκοντρόλ κι άναψε την τηλεόραση.

«Παρακολούθα». είπε. « Για να καταλάβεις. Πρέπει να καταλάβεις».

Στην οθόνη ξεπήδησε ο εαυτός μου, ντυμένος στην τρίχα να βγάζει λόγο στην Βουλή.

«Πώς το κάνεις αυτό!» φώναξα και του άρπαξα το τηλεκοντρόλ από τα χέρια. Άρχισα να αλλάζω τα κανάλια.

«Δε μπορεί… Είναι αδύνατον!»

Έβλεπα τον εαυτό μου με κοντό ξανθό μαλλί να τραγουδάει μέσα από μια οθόνη, Ι `am beginning to feel like a rap god, rap god. Ύστερα, το εαυτό μου να γελάει ηλίθια σε κάποιο πάνελ. Στη συνέχεια, έλεγα τον καιρό φορώντας ένα φόρεμα με βαθύ ντε-κολτέ, κάπου αλλού άλειφα βούτυρο σε μια φέτα ψωμί.

Ο τύπος ακούμπησε το ένα του χέρι στον ώμο μου. Με το άλλο, έδειξε το τοίχο πάνω από την τηλεόραση.

«Παρακολούθα». είπε πάλι. «Μόνο βιάσου, δεν έχουμε πολύ χρόνο».

Ο τοίχος είχε χαθεί. Στη θέση του υπήρχε ένα πελώριος καθρέφτης. Πλησίασα τον καθρέφτη και πρόσεξα ότι στην πραγματικότητα ήταν κάποιου είδους παράθυρο. Ένα παράθυρο που `δειχνε σε πρώτο πλάνο μια γνώριμη μούρη να μας κοιτάζει.

Ο Κώστας, καθόταν στον καναπέ του και παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια στην οθόνη του λαπτοπ, τον κλώνο Α και τον κλώνο Β να τον κοιτάζουν. Έκλεισε το λάπτοπ και σηκώθηκε. Δεν το περίμενε ότι θα ανακάλυπταν την αλήθεια. Έπρεπε να λάβει τα μέτρα του. Φόρεσε το μπουφάν του και βγήκε απ` το σπίτι. Την ώρα που κλείδωνε τη πόρτα, ο Κώστας, δηλαδή εγώ, ένιωσα κάποιον ή κάτι να με παρακολουθεί, να με διαβάζει σα να λέμε.

dominik

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s