Χρυσαφένιες ιστορίες Speak.Easy

Μια polaroid με τον Πλάτωνα

Της Φάτα Μοργκάνα

Η ιστορία η σημερινή είναι πλασματική, μα βασισμένη σε ένα πραγματικό γεγονός. Πλάθοντάς την προσπάθησα να απαλύνω όσο μπορούσα την αγριάδα της ζωής. Αφιερωμένη στην Ελευθερία Ρ.

Ξύπνησα πριν λίγο έπειτα από ένα μεγάλο και βαθύ απογευματινό ύπνο.

Ο ήλιος έδυε πίσω από τις πολυκατοικίες με τις μεγάλες κεραίες στις ταράτσες.

Μουσική ακουγόταν από το διπλανό διαμέρισμα.

Πήγα στην κουζίνα και έβαλα παγωτό σ’ ένα μπολ.

Κάθισα στη μεγάλη πολυθρόνα μπροστά από την μπαλκονόπορτα και κοιτούσα με απλανές βλέμμα στο δρόμο.

Η μέρα μου χθες ήταν πολύ γεμάτη. Το πρωί πήγα στην εφημερίδα που δουλεύω για να παραδώσω τις φωτογραφίες του χθεσινού ρεπορτάζ.

Έπειτα είχα την υπόλοιπη μέρα ελεύθερη, καθώς μέχρι να τυπωθεί το φύλλο του Σαββάτου δεν ξεκινούν οι επεξεργασίες των νέων θεμάτων. Έτσι αποφάσισα να συναντήσω μια επιστήθια φίλη μου για μεσημεριανό φαγητό, την οποία είχα να δω καιρό και ήθελα πολύ να μάθω τα νέα της. Στο δρόμο για το σημείο συνάντησης μας πέρασα από το μαγαζί των γονιών μου για να τους δω, μιας και την προηγούμενη Κυριακή, λόγω υποχρεώσεων, δεν είχα πάει στο πατρικό μου για φαγητό. Οι γονείς μου είναι φιλήσυχοι και πράοι άνθρωποι και ποτέ δεν μου παραπονιούνται για κάτι, μα ξέρω πως τους λείπει η παρουσία μου από το σπίτι, το προδίδει το βλέμμα τους. Έκατσα μαζί τους για μισή ώρα περίπου κι έπειτα κατευθύνθηκα προς το μετρό. Άργησα στο ραντεβού πέντε λεπτά, μα η Ιφιγένεια δεν νοιαζόταν ποτέ για τέτοιου είδους πράγματα με είδε να πλησιάζω, μου χαμογέλασε και ξεκινήσαμε μαζί να περπατάμε. Μετά το φαγητό γύρισα στο σπίτι και έπεσα σ’ έναν ύπνο-λήθαργο μέχρι πριν λίγο που μετά κόπων και βασάνων άνοιξα τα μάτια μου και έσυρα τον εαυτό μου μέχρι αυτήν την πολυθρόνα.

Σαν άνθρωπος δεν είμαι καθόλου ζωντανή. Θαυμάζω τους ανθρώπους που γεμάτοι ενέργεια «αδράττουν τη μέρα» και αξιοποιούν τη ζωή τους στο έπακρο. Θαυμάζω αυτούς που πάντοτε έχουν όρεξη για να κάνουν πράγματα, για να κυνηγήσουν αυτό που θέλουν.

Τέτοιος άνθρωπος είναι η Ζωή. Η Ζωή, η μικρότερη αδερφή της Ιφιγένειας είναι δασκάλα καλλιτεχνικών σε δημοτικό σχολείο. Πάντοτε χαμογελαστή και με όρεξη για δουλειά, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, θέλει ν’ αλλάξει και να καλυτερέψει χώρους, καταστάσεις, θεσμούς. Η Ιφιγένεια την ψευτομαλώνει και της λέει πως μια μέρα θα το φάει το κεφάλι της, μα κατά βάθος είναι περήφανη για την στάση της Ζωής προς την ζωή.

Φέτος προσλήφθηκε πρώτη φορά σ’ ένα δημοτικό σχολείο στο κέντρο της πόλης και είναι τρισευτυχισμένη. Αγαπάει τα μικρά παιδάκια, αγαπάει την τέχνη, αγαπάει τη δουλειά της που μπορεί να συνδυάζει και τα δύο.

Την Ζωή την γνώρισα στην κηδεία των γονιών της. Ήταν πριν μερικά χρόνια, μόλις είχα αρχίσει να κάνω παρέα με την Ιφιγένεια, και μια Δευτέρα μου τηλεφώνησε τα ξημερώματα και με φωνή που μετά βίας ακουγόταν. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν. Πάνω από τα δύο κλειστά φέρετρα μίλησα για πρώτη φορά με την Ζωή. Μου είπε πως γυρνώντας από μια εκδρομή στην εξοχή, ο πατέρας της αποκοιμήθηκε στο τιμόνι κι έπεσε με το αυτοκίνητο πάνω σ’ ένα δέντρο. Μέχρι να φτάσουν τα ασθενοφόρα το ζευγάρι είχε ξεψυχήσει Ζωή δεν έκλαιγε αλλά ήταν λευκή σαν το κρύο μάρμαρο. Η Ιφιγένεια καταρρακωμένη πλάνταζε με λυγμούς κρατώντας στα χέρια της μια φωτογραφία.

Τις επόμενες μέρες τα κορίτσια δεν βγήκαν από το διαμέρισμά τους. Έτσι πήγα και εγκαταστάθηκε για λίγες μέρες μαζί τους. Τους ετοίμαζα φαγητό, άνοιγα τις κουρτίνες και τα παράθυρα για να μπει μέσα ο ήλιος, τους χάιδευα τα μαλλιά, ξαναέβαζα την βελόνα απ΄την αρχή όταν σταματούσε ο δίσκος στο πικάπ.

Μετά από καιρό τα πράγματα ξαναμπήκαν σε μια σειρά, σχεδόν γύρισαν στους παλιούς ρυθμούς τους. Πλέον είχα αποκτήσει δυο πολύ καλές φίλες που κάθε μέρα μου υπενθύμιζαν το πόσο τυχερή ήμουν που τις είχα στη ζωή μου.

Σηκώθηκα από την πολυθρόνα και κατευθύνθηκα προς το γραφείο μου. Ήταν γεμάτο με στοίβες από βιβλία, σημειώσεις, άδεια κουτιά από φίλμ και σκόρπια κοντάκτ. Έψαχνα να βρω το βιβλίο που διάβαζα τις τελευταίες μέρες. Ανοίγοντας συρτάρια και ανακατεύοντας σωρούς έντυπου υλικού έπεσε κάτω μια φωτογραφία. Την είχα τραβήξει με μια Polaroid πριν από μερικούς μήνες. Ήταν η Ζωή αγκαλιά με τον φίλο της τον Πλάτωνα. Γελούσε και χάιδευε τον καλύτερο της φίλο. Τα μακριά μαύρα της μαλλιά χύνονταν στους ώμους της σαν μια λαμπερή νυχτερινή θάλασσα, το βλέμμα της ήταν γλυκό και χαρούμενο, σχεδόν μπορούσες ν’ ακούσεις το κελαρυστό της γέλιο. Σήκωσα την φωτογραφία και την ακούμπησα δίπλα στη μολυβοθήκη μου. Ασυναίσθητα ένα ίχνος χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλη μου.

Δύο ώρες αργότερα είχε πια νυχτώσει για τα καλά, και δακτυλογραφούσα ένα e-mail στον υπολογιστή μου, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα και αμέσως τα πόδια μου λύθηκαν από τον φόβο· ήταν μια γνώριμη φωνή, μια φωνή που είχα ξανακούσει λίγα χρόνια πριν, μια χροιά φωνής που μονάχα θάνατο προμήνυε. «Η Ζωή». Η Ιφιγένεια ανάμεσα σε λυγμούς προσπαθούσε να μου εξηγήσει τι είχε συμβεί. Φόρεσα τα παπούτσια μου, κλείδωσα την πόρτα και έτρεξα αμέσως προς το σπίτι της.

Η Ζωή είχε πάει το πρωί στο σχολείο της για μάθημα. Ήθελε να προετοιμάσει και να διακοσμήσει με τα παιδάκια της 3ης δημοτικού την τάξη για να υποδεχτούν την άνοιξη. Είχε μαζί της χαρτόνια, κόλλες, ψαλίδια και κορδέλες, ότι χρειαζόταν για τις εαρινές κατασκευές. Τα παιδάκια ζωγράφισαν λουλούδια και τα κόψανε για να τα κολλήσουν στα παράθυρα. Για τη Ζωή όμως αυτό δεν ήταν αρκετό. Ήξερε πως στο πατάρι του σχολείου υπήρχαν κούτες γεμάτες με υλικά και όμορφα διακοσμητικά πράγματα, τα οποία όμως έμεναν αναξιοποίητα Αυτό η Ζωή δεν το δεχόταν.

Πήγε να ζητήσει από τον διευθυντή το πόμολο της πόρτας του παταριού για να πάει και να πάρει τα στολίδια. Ο διευθυντής έλειπε από το σχολείο. Έτσι η Ζωή πήρε μόνη της το πόμολο από το γραφείο του διευθυντή. Ίσως σκέφτηκε πως απλώς αυτοεξυπηρετείται.

Ανέβηκε, έβαλε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα. Μέσα, το μικρό πατάρι στον τελευταίο όροφο του σχολείου ήταν σκοτεινό και μύριζε κλεισούρα και μούχλα. Η Ζωή έκανε ένα τολμηρό βήμα και βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο. Άρχισε να ψάχνει τις κούτες. Το πάτωμα έτριζε. Αυτά που έβρισκε δεν την ικανοποιούσαν Στο βάθος του δωματίου στεκόταν μια μεγάλη κούτα γεμάτη πολύχρωμα λουλούδια. Η Ζωή θέλησε να δει το περιεχόμενο της. Έκανε άλλο ένα βήμα. Το πάτωμα υποχώρησε. Το σάπιο ξύλο διαλύθηκε σε χίλια μικρά κομμάτια ρίχνοντας την στο κενό. Το σώμα της έπεφτε για 4 ορόφους, ώσπου σταμάτησε πια στο κέντρο της πυλωτής του σχολείου. Όλα τα παιδιά βρίσκονταν στις τάξεις τους. Επικρατούσε σιωπή. Η πυλωτή ήταν γεμάτη από χάρτινα κουτιά, θεατρικά ρούχα και πλαστικά λουλούδια. Στη μέση κείτονταν το άψυχο σώμα της Ζωής.

Τελικά η Ζωή το έφαγε το κεφάλι της. Οι επόμενες μέρες κύλησαν αργά και βασανιστικά. Η Ιφιγένεια ξεκίνησε συνεδρίες σε έναν ψυχολόγο, παραιτήθηκε από την δουλειά της, εγκαταστάθηκε στο σπίτι μου. Το δικό της διαμέρισμα ήταν γεμάτο με αναμνήσεις και με τα πράγματα της Ζωής. Εγώ πάλι βρισκόμουν σε μια ψυχική σύγχυση Έπρεπε να εφευρίσκω τρόπους για να κρατάω το μυαλό της απασχολημένο, να καταπιέζω τα συναισθήματα μου και να φαίνομαι δυνατή, να επικοινωνώ με τους συγγενείς της και με τους δικηγόρους. Ο διευθυντής του σχολείου δήλωσε πως «η νεαρή δασκάλα δεν έπρεπε να μπει στο γραφείο μου χωρίς την άδεια μου. Εσκεμμένα βρισκόταν το πόμολο απομακρυσμένο από την πόρτα. Λυπούμαστε όλοι βαθύτατα για τον χαμό της συναδέλφου.» Η υπόθεση έμεινε ανοιχτή για αρκετό καιρό.

Προχθές γύρισα το μεσημέρι από την δουλειά μου και βρήκα την Ιφιγένεια καθισμένη στον καναπέ. Κρατούσε  την Polaroid με τη Ζωή και τον Πλάτωνα. Με κοίταξε και μου είπε: “Ήταν σπουδαία κοπέλα”. “Ναι, ήταν σπουδαία. Πρέπει να είσαι περήφανη γι’ αυτήν” της απάντησα και την κοίταξα.

morgana

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s