ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Μία απ` τα ίδια

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Μου αρέσει εκείνο το μπαράκι που βρήκαμε τις προάλλες. Ήταν ένα μικρό μπαράκι, με σφηνωμένα σταντάκια στους τοίχους και με ηχεία που ξερνούσαν από Λεντ Ζέπελιν μέχρι και Καρλ Κοξ. Απρόβλεπτα πράματα. Μου αρέσουν τ` απρόβλεπτα πράματα. Ήταν στην τελική ένα μαγαζί, πώς μου το `παν να δεις, ένα μαγαζί και πολύ σεξουλιάρικο να πούμε. Με τη Λένα είχαμε πιάσει μιαν άκρη στην τζαμαρία και τα πίναμε. Απ` έξω, βροχή. Στους δρόμους δεν κινούνταν φύλλο. Μονάχα τα κτίρια έβλεπες να τρεμοπαίζουν στους νερόλακκους. Στην άλλη μεριά, κάτι κίτρινα φώτα έλουζαν ένα πλακόστρωτο δρομάκι που φιδόστριβε στο άγνωστο. Μου ήρθαν στο νου εικόνες από παλιές καρτ-ποστάλ και σκηνές από ταινίες του Τιμ Μπέρτον.

Κάποια στιγμή, ήρθε η σερβιτόρα και μας έδωσε από `να σφηνάκι. Έκανα νόημα στη Λένα μα κείνη σήκωσε τους ώμους της.

«Από ποιον είναι;» ρώτησα την σερβιτόρα.

«Από τον χοντρούλη», είπε.

«Από τον χοντρούλη», είπα στη Λένα και σήκωσα το σφηνάκι μου. Τα κατεβάσαμε κι ύστερα επέστρεψα τα σφηνοπότηρα στη σερβιτόρα.

«Ευχαριστούμε πολύ», της είπα. «Αλλά δε μου λες, ποιος είναι ο χοντρούλης;»

Μου έδειξε ένα τύπο που καθότανε στην μπάρα. Τα είχε τα κιλά του, η αλήθεια είναι.

«Αυτός εκεί», είπε. «Είναι το αφεντικό».

«Από το αφεντικό», είπα στη Λένα.

Μόλις έφυγε η σερβιτόρα, η Λένα σύρθηκε με το σκαμπό της προς το μέρος μου. Η φούστα της τσίτωσε και το γόνατό μου βρέθηκε ανάμεσα από τα μπούτια της.

«Η παλιοτσούλα σε γουστάρει», είπε. «Την είδα πώς σε κοίταζε».

«Για ποια λες;»

«Γι` αυτήν, την σερβιτόρα».

Κοίταξα τα πόδια της Λένας. Η Λένα είχε ωραία πόδια. Και το καλσόν τα έκανε ακόμη πιο ωραία. Αναρωτήθηκα αν ήταν όντως καλσόν αυτό που φορούσε ή αν έβαλε επιτέλους εκείνες τις ζαρτιέρες που της έλεγα.

«Μωρό μου, δε πα` να με κοιτάζει. Το θέμα είναι τι, δηλαδή ποια, κοιτάζω εγώ».

Δεν θα έκανα την χάρη στη σερβιτόρα. Αν ερχόμουν μόνος μου για να τα πιώ, ούτε που θα γυρνούσε να με κοιτάξει. Της έκανα νόημα γι` άλλα δυο ποτά. Εκείνη τα `φερε μαζί με κάτι φιστίκια και γαριδάκια. Όταν έφυγε, τσούγκρισα το ποτήρι της Λένας και τράβηξα μια γερή γουλιά απ` το δικό μου. Η Λένα με μιμήθηκε. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα. Αυτό δηλαδή, που κάναν` όλοι όσοι βγαίναν` να τα πιούν. Στην ουσία, οι κουβέντες της μίας παρέας δεν διαφέρουν και πολύ από τις κουβέντες της άλλης παρέας. Φυσικά, για να το συνειδητοποιήσω αυτό, θα πρέπει πρώτα ν` αποδεχτώ ότι κι εγώ προσωπικά ο ίδιος, δεν είμαι και πολύ διαφορετικός από τον διπλανό μου. Ίσως, το μαγαζί να καθορίζει αυτό που θα πεις —άρα κι αυτό που θα σκεφτείς. Δεν μπορείς να συζητήσεις για τις αρετές του Χριστιανισμού σ` ένα κωλόμπαρο, για παράδειγμα. Ω, οι σκέψεις μας δεν μας ανήκουν.

Πίσω στο θέμα μας. Είχα αρχίσει να ζαλίζομαι. Η τρελή μουσική τρυπούσε τ` αυτιά μου ανελέητα. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σ` αυτά που μου `λεγε η Λένα. Οι πράσινες λάμπες, οι κόκκινες λάμπες, έλουζαν τους τοίχους με πράσινα φώτα, με κόκκινα φώτα. Οι παρέες στη μπάρα, ο χοντρούλης κι η σερβιτόρα του, μοιάζανε με πρασινωπές σκιές, κοκκινωπές σκιές. Η ίδια η Λένα, το τρελό μωρό, ήταν κι αυτή λουσμένη στο πράσινο φως, στο κόκκινο φως. Κάτι παράξενο συνέβαινε. Αποφάσισα να πάω για κατούρημα. Σηκώθηκα από το σκαμπό μου κι όπως έκανα να προσπεράσω την Λένα, έχωσα το χέρι μου ανάμεσα από τα μπούτια της. Τα δάχτυλα μου, άγγιξαν πρώτα νάιλον κι ύστερα δέρμα.

«Τις φόρεσες τελικά ε;» έκανα στ` αυτί της Λένας.

«Τι να έκανα; Μου έχεις σκίσει όλα τα καλσόν».

Της απάντησα μ` ένα φιλί στο λαιμό και πήγα να κάνω τη δουλειά μου. Επέστρεψα ελαφρύς σα πούπουλο. Τα πράσινα φώτα, τα κόκκινα φώτα, δεν ήταν και τόσο άσχημα τελικά. Παραγγείλαμε άλλα δυο ποτά, τα οποία ήρθαν παρέα με δυο σφηνάκια σκέτο τζιν.

«Κι αυτά από τον χοντρούλη;»

«Ναι, όπως και τα ποτά που παραγγείλατε».

Ήμασταν θεοί. Οι γεροί λογαριασμοί κάνουν τα γερά μεθύσια. Ήμασταν θύματα. Ρουφήξαμε τα ποτά μας αμίλητοι, χαζεύοντας τη φάση γύρω μας. Κάποτε, αποφασίσαμε να φύγουμε. Ήταν γύρω στις έξι το πρωί. Φωνάξαμε τη σερβιτόρα (η οποία εκείνη την ώρα χαλβάδιαζε μ` έναν μπάρμπα στη μπάρα) και πληρώσαμε. Ο χοντρούλης, μας έσφιξε το χέρι κι άνοιξε την τζαμόπορτα να βγούμε.

Στο δρόμο ψιχάλιζε. Η Λένα προσπαθούσε να καλύψει τα μαλλιά της με την τσάντα της.

«Ε, Λένα κοίτα», της είπα. «Δε φαίνεται όμορφο αυτό το δρομάκι έτσι έρημο που είναι με τα κίτρινα φώτα να το φωτίζουν;»

«Έλα, τελείωνε και πάμε να βρούμε ταξί», είπε κείνη κι άρχισε να περπατάει. «Δε βλέπεις που βρέχει;»

«Σιγά τη βροχή. Εσύ βρε, δεν ήσουν αυτή που έλεγε ότι είσαι πολύ ρομαντική; Κοίτα τι όμορφο που φαίνεται αυτό το στενάκι».

«Μια χαρά ρομαντική είμαι. Απλά, δεν θέλω να μου χαλάσουν τα μαλλιά».

«Αφού σπίτι πάμε, ας χαλάσουν».

Η Λένα κοντοστάθηκε και με κοίταξε. Τώρα δεν έμοιαζε να την νοιάζει και πολύ που βρεχόταν.

«Γιατί πρέπει πάντα να μου τη λες ρε πούστη μου; Σε όλα πρέπει να έχεις μια απάντηση. Ξέρεις πόση ώρα κάνω να ισιώσω τα μαλλιά; Ξέρεις; Κι άμα θέλεις να μάθεις, ναι, ΕΙΜΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ!»

Κάλυψε με το γιακά της όσο μαλλί μπορούσε, έκανε μεταβολή, κι εξαφανίστηκε στο σκοτάδι. Έμεινα για λίγο κεί να χαζεύω το πλακόστρωτο δρομάκι. Τζάμπα οι ζαρτιέρες, σκέφτηκα. Τουλάχιστον να γεμίσω το στομάχι μου. Τέτοια ώρα, όλο και κάποιο πατσατζίδικο θα είναι ανοιχτό.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s