Στον Πάτο της Θάλασσας

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Ένα βράδυ, καθόμασταν με τη Γιώτα στο μπαρ του ξενοδοχείου όπου δουλεύαμε και, πώς έτυχε, είδαμε δυο Ρωσίδες να `ρχονται και να κάθονται στη μπάρα. Η μία ήταν μικροκαμωμένη, σωστό μπουμπούκι, κι η Γιώτα μου `πε πως ανταλλάξανε ματιές την ώρα που τα κορίτσια ερχόντουσαν στο μπαρ.

«Ναι ρε, με γουστάρει, θα δεις. Άστη σε μένα αυτή. Θα την σιάξω για τα καλά έτσι μικρό που είναι».

Η άλλη, φορούσε στα μαλλιά μια χρυσαφένια κλωστή που έμοιαζε με στέμμα. Ήταν πολύ ωραία τα μαλλιά της έτσι που πέφταν στους ώμους της. Από κάτω, τα μπούτια της έμοιαζαν να ασφυκτιούν μέσα στην σφιχτή φούστα που φορούσε. Λαχταρούσα να τα πάρω αυτά μπούτια από κει μέσα, να τα πάρω και να φύγουμε σε κάποιο εξωτικό μέρος. Τα μπούτια της και γω.

Τα κορίτσια αφήσανε τις τσάντες τους στη μπάρα και φωνάξανε να παραγγείλουνε. Η Γιώτα έσκυψε στ` αυτί μου.

«Ρε τραχανά, θα τις πεις τίποτα ή θα καθόμαστε σαν την θειά μ` την Κουκούλω να πούμε;»

«Εγώ να τις πω;» έκανα. «Εσύ λες πως σε γουστάρει η μια. Μίλα της εσύ».

«Ρε άντε γαμήσου. Αφού ξες, δεν τα μιλάω τ` Αγγλικά».

Παραγγείλαμε κι εμείς άλλα δυο ποτά και τα ρουφήξαμε αμίλητοι. Τα κορίτσια μιλούσαν μεταξύ τους και κάθε τόσο γυρνούσαν προς το μέρος μας και γελούσαν. Κανά-δυο φορές έπιασα την κοπέλα με το στέμμα να με καρφώνει με το βλέμμα της. Είναι πολύ εύκολα τα πράγματα σήμερα, σκέφτηκα. Οι άντρες κάθονται αμέριμνοι και συζητάνε για τις ευαισθησίες τους, τα σκυλάκια τους, τις ακριβές λακ, τα πιστολάκια, τα βίντεος που ανέβασαν στο διαδίκτυο, κι όταν έρθει Η-Γκόμενα-Με-Τα Θανατερά-Πόδια-Και-Τα-Στρας-Στο-Λαιμό, τους κόβονται τα ήπατα. Καμιά φορά, φαντάζομαι την ανθρωπότητα σαν ένα πιτσιρίκι που πλέει με μια σανίδα στο πέλαγος και κλαίει επειδή έσκασε το μπαλόνι του. Τι να πεις.

Κάποια στιγμή με σκούντηξε η Γιώτα.

«Εδώ κοίτα σου λέω, να δεις τώρα που θα τις μιλήσω… Ε, τι τώρα, Αγγλικά και μαλακίες, μια είναι η γλώσσα να πούμε…»

«Και ποια είναι αυτή;»

«Η γλώσσα που μιλάει το θεσπέσιο κορμί μου. Κάτσε να χάσω και κάνα κιλό, μοντελάκι θα γίνω, θα το δεις», είπε και στράφηκε στα κορίτσια. «Εϊ, γκερλς! Δις ντρινκς. Μι εντ Κώστας. Πεϊ».

Ήπια μια γουλιά από το ποτό μου και σκέφτηκα πως καλό θα ήταν να σοβαρευτούμε λίγο. Μεγάλα παιδιά ήμασταν. Ζήτησα απ` τα κορίτσια να μου πουν τα ονόματά τους. Αυτήν με το στέμμα τη λέγανε Σελίνα. Την άλλη, Μαρία. Είχαν όντως το πρόσωπο

μιας Σελίνας και το πρόσωπο μιας Μαρίας. Έπιασα την πάρλα με τα κορίτσια και φώναξα τον φίλο μου τον μπάρμαν για μια γύρα σφηνάκια. Η Γιώτα κοιτούσε μια εμένα, μια τα κορίτσια.

«Ρε συ, τι θα γίνει;» είπε κάποια στιγμή. «Μ` έχεις και κάθομαι δω σαν το γιούφτικο τ `αρχίδι να πούμε. Αφού σου είπα, δεν μιλάω Αγγλικά. Κάνε μου και καμιά μετάφραση, δηλαδή τι, και τις δυο θα πάρεις;»

«Α, σε παρακαλώ Γιώτα!» είπα. «Μεγάλα παιδιά είμαστε! Πάρε την γλώσσα του σώματός σου και γλύψε την κοντή. Σε γουστάρει, έτσι δεν έλεγες;»

« Ε, τώρα, χαζαμάρες», είπε η Γιώτα. Πήρε το ποτήρι της και μου το έτεινε. «Έλα, γειά μας», είπε πάλι.

Τα κορίτσια θέλανε να βγούνε για ποτό κάπου εκτός ξενοδοχείου. Και μείς αυτό θέλαμε. Πήραμε ταξί και πήγαμε σ` ένα μπαράκι στον παραλιακό δρόμο. Βρήκαμε ένα σταντ μπροστά στη θάλασσα και παραγγείλαμε τα ποτά μας. Από τη μια μεριά ήταν η Γιώτα με τη Μαρία. Από την άλλη, η Σελίνα και γω. Κάθε τόσο, ο θαλασσινός αέρας έριχνε τα μαλλιά της Σελίνας στο σβέρκο μου και με πιάνανε ρίγη. Κι όταν πήγαινα να της μιλήσω στ` αυτί, την έπιανα από τους γοφούς κι εκείνη ερχόταν και κολλούσε πάνω μου. Το κορμί της φώναζε για σεξ κι εκείνη το `ξερε. Στεκόταν εκεί με τη μικρή της φούστα, το σφιχτό της κώλο, τα μακριά της πόδια, το λαιμό που λαμπύριζε απ` τα στρας και μιλούσε, μιλούσε, όλο μίλαγε κι ανάθεμα αν πρόσεχα τι έλεγε. ’Ήμουν ένας Καρχαρίας.

«Δεν μιλάς πολύ και καπνίζεις σαν μανιακός», θυμάμαι μόνο να μου `πε. «Θα σε σκοτώσει μια μέρα το τσιγάρο».

Το κορίτσι ενδιαφερόταν για την υγεία μου. Είναι σημαντικό πράμα η υγεία. Οι γυναίκες έχουν την τάση να δείχνουν πως ενδιαφέρονται μόνο για τα πολύ σημαντικά πράματα.

«Είμαι ήδη νεκρός», της είπα. «Θα πιείς ακόμη ένα;»

Παραγγείλαμε άλλη μια γύρα. Μοχίτο για τα κορίτσια και ρούμι με κόλα για μένα και την Γιώτα. Την ώρα που ήρθαν τα ποτά άρχισε να παίζει ένα τραγούδι με σαξόφωνο. Τουρούμ-τουρουρούμ, χάλια μαύρα. Η Γιώτα έκανε πως είχε στα χέρια της ένα σαξόφωνο και ξεσπάσαμε όλοι σε γέλια. Η αλήθεια όμως ήταν ότι έμοιαζε να κρατάει κλαρίνο. Εγώ γι` αυτό γέλασα.

Αποφασίσαμε κάποια στιγμή να πληρώσουμε και να φύγουμε. Πήγαμε σ` ένα δεύτερο μαγαζί απέναντι ακριβώς απ` αυτό που ήμασταν. Οι τοίχοι σ` αυτό το μαγαζί ήταν άσπροι, το πάτωμα ήταν άσπρο, η μπάρα ήταν άσπρη. Το Λευκό Μπαρ. Μονάχα τα φώτα ήταν μπλε. Και καμιά φορά γίνονταν κι αυτά άσπρα και αναβόσβηναν με μανία κάνοντας οτιδήποτε άλλο άσπρο πράγμα εκεί μέσα να φωσφορίζει. Πρόσεξα τα δόντια της Γιώτας. Φωσφόριζαν κι αυτά έτσι όπως μιλούσε. Άρχισα να γελάω. Τα φώτα έδειχναν μόνο τα καλά της δόντια. Στο νου μου ήρθε η εικόνα μιας αρκούδας καρτούν που τη χτυπάει το ηλεκτρικό ρεύμα και συνέχισα να γελάω.

«Τι γελάς ρε παλιομαλάκα να πούμε; Αϊ κοίτα το μωρό σου, που με κάθεσαι σαν την παναγιά την σαραντισμένη… Μούτε! Ε, μούτε!»

«Δεν είδες τη μούρη σου γι` αυτό μιλάς… Για πες μας όμως εσύ, πώς πάει το πράμα με την Μαρία;»

«Πώς να πάει;», είπε κι άναψε τσιγάρο. «Αφού έχει γκόμενο η χαμένη».

«Και το κατάλαβες εσύ να στο λέει στ` Αγγλικά αυτό;

Τράβηξε μια γερή τζούρα απ` το τσιγάρο κι άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο μαγαζί. Ύστερα, φύσηξε τον καπνό και στράφηκε σε μένα.

«Εμ, εσύ δεν το κατάλαβες; Έλα παιδί μου να σου δείξω τη μαμά… Α, ρε μπαγάσα να ήξερα τ` αγγλικά σου… Αλλά εδώ δεν θα `μαστε; Μέχρι τα Χριστούγεννα δέκα κιλά θα χάσω…»

Εκείνη την στιγμή με τράβηξε η Σελίνα από τον ώμο. Ήθελε να χορέψουμε. Άρχισε να λικνίζει το κορμί της και να προσπαθεί να με κάνει να λικνίσω κι εγώ το δικό μου. Έμοιαζε με λουλούδι. Ένα Λουλούδι του Βυθού. Φοβόμουν να την αγγίξω. Νόμιζα πως το κορμί της θα ` σπαγε. Α, ναι, από την μια, υπήρχαν τα κόμματα, υπήρχαν τα μπάσταρδα αφεντικά, υπήρχαν οι φουσκάλες στα πόδια μου, υπήρχαν οι μισθοί, υπήρχαν οι κατσαρίδες στην υπόγα που έμενα, από την άλλη όμως, υπήρχαν και τα λουλούδια.

Με πήρε απ` το χέρι και πήγαμε σ` ένα σημείο, όπου τα διάφορα σταντς σχημάτιζαν ένα είδος άτυπης πίστας. Μ` αγκάλιασε από το λαιμό κι άρχισε να κουνιέται. Εγώ κουνούσα μόνο τα πόδια μου, ύστερα όμως ξεθάρρεψα κι άρχισα να κουνάω και το κεφάλι μου. Ήταν γελοίο. Έβλεπα την Σελίνα και την ζήλευα. Κάθε ίντσα του κορμιού της φαινόταν να έχει το δικό της μυστήριο σκοπό. Στοιχημάτιζα πως οι άνθρωποι γύρω μας την γαμούσαν με τα μάτια τους. Την ξέσκιζαν όπως ήταν, ντυμένη, με τις γόβες να τουρλώνουν τους γλουτούς της. Θα γαμούσαν ακόμα και το ύφασμα της φούστας της αν μπορούσαν.

Η Σελίνα μια ερχόταν καταπάνω μου, μια τραβιόταν μακριά μου. Ένιωθα το στομάχι μου να κάνει βόλτες.

«Μου αρέσει αυτό το κομμάτι!», είπε κάποια στιγμή, «Μου αρέσει πολύ!»

«Θέλω μόνο να σε μυρίζω μωρό μου. Έλα δω να σε μυρίσω», της είπα.

Την άρπαξα από τη μέση και την κόλλησα πάνω μου. Της έδωσα ένα γερό φιλί στο στόμα. Είχε μικρή γλώσσα, χαριτωμένη.

Όταν τελείωσε το τραγούδι πήγα στην τουαλέτα και ξέρασα. Επέστρεψα στο τραπέζι και φώναξα για ένα ποτό ακόμη. Η Γιώτα είχε βρει ένα γνωστό της στη μπάρα κι η Μαρία είχε πάει να μιλήσει στο τηλέφωνο. Στο τραπέζι ήμασταν μόνο εγώ κι η Σελίνα. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε. Αποτελείωσα το ποτό μου κι έκανα νόημα στη Γιώτα να έρθει.

«Έλα, τα κορίτσια νύσταξαν», της είπα όταν ήρθε. «Πάρε τηλέφωνο το ταξί να έρθει να μας πάρει».

«Θα μας πάει το φιλαράκι μου τότε ρε! Να αυτός εκεί στο μπαρ. Ετοιμάζεται να φύγει. Ξέρεις, είναι της θειάς μου τρίτος ξάδερφος».

«Τι είναι;»

«Της θειάς μου, σου λέω, τρίτος ξάδερφος, από την μεριά της μάνας μου…»

Φωνάξαμε τη Μαρία, πληρώσαμε τα ποτά μας, φύγαμε.

Το φιλαράκι της Γιώτας μας άφησε στο ξενοδοχείο κι έφυγε. Η Μαρία θα πήγαινε στο δωμάτιο της Γιώτας για να της δείξει πως να καταφέρει το υγρό λουκ στα μαλλιά της. Αυτό τουλάχιστον μου είχε πει η Γιώτα. Η Σελίνα κι εγώ πήγαμε στην παραλία. Καθίσαμε σ` ένα παγκάκι και το ρίξαμε στο χαμούρεμα. Κάποια στιγμή, πήγα να χώσω το χέρι μου κάτω από την φούστα της. Το κορίτσι ήταν μες τα υγρά.

«Όχι!» έκανε η Σελίνα και τίναξε τα χέρια μου.

«Γιατί “όχι”;»

Η Σελίνα έσκυψε και με φίλησε. Αρχίσαμε πάλι να χαμουρευόμαστε. Την χούφτωσα τα στήθη, τα μπούτια, κι ύστερα δοκίμασα να της τραβήξω το εσώρουχο. Ήταν κι αυτό μούσκεμα σαν βρεγμένο πανί. Η Σελίνα πήδηξε.

«Όχι, Σταμάτα! Δεν θέλω!»

«Ναι! Αλλά γιατί;»

Η Σελίνα σηκώθηκε, ανέβασε τη φούστα της και σκαρφάλωσε πάνω μου. Τα πόδια της μ` έσφιξαν. Είχα καλύτερη πρόσβαση στο κορμί της μ` αυτόν τον τρόπο. Έχωσε τη γλώσσα της στο στόμα μου κι εγώ ακολούθησα. Πίσω από το κεφάλι της διέκρινα τον ήλιο να προσπαθεί να ξεμυτίσει από την γραμμή του ορίζοντα. Άρχισα πάλι να παίζω με το κορδονάκι που είχε για εσώρουχο.

«Πάρε το χέρι σου από κει! Δεν… »

Εκείνη τη στιγμή άκουσα βήματα.

«Το ακούς αυτό;» έκανα στη Σελίνα. «Ποιος είναι, μπορείς να δεις;»

Τα βήματα συνεχίστηκαν.

«Ρε τραχανά δεν ακούς το τηλέφωνο;»

Ήταν η φωνή της Γιώτας.

Έσπρωξα τη Σελίνα να σηκωθεί και σηκώθηκα και γω.

«Τι θες ρε Γιώτα; Το `χω στο αθόρυβο. Πού είναι η Μαρία;»

«Είναι στο δωμάτιο το μωρό και με περιμένει. Δεκαπέντε τηλέφωνα σε πήρα το ξέρεις;»

«Έγινε τίποτα; Κανόνισε μόνο, να μην έκανες καμιά μαλακία».

Η Γιώτα έξυσε το κεφάλι της και γέλασε.

«Αφού ξέρεις, μύγα να μου δώσεις, δεν την πειράζω. Απλώς να, ήθελα να σε ρωτήσω, μια βοήθεια από το φιλαράκι μου ήθελα μόνο, τόσο κακό είναι πια, αφού…»

«Γιώτα λέγε γρήγορα».

«Ε, να ήθελα να σε ρωτήσω να μου πεις, πώς λέμε στ` Αγγλικά το “ Θέλεις-αύριο-να πάμε-για-μπάνιο-όταν-σχολάσω”».

Της είπα στα γρήγορα και σηκώθηκα έφυγα από κει πέρα. Περπάτησα για λίγο στην αμμουδιά. Τα πόδια μου είχαν γεμίσει άμμο αλλά δεν μ` ένοιαζε. Ύστερα πήγα έκατσα στο ακρογιάλι και χάζεψα τη θάλασσα. Ό ήλιος στον ορίζοντα έμοιαζε με κρόκο αυγού. Ήτανε μια καλή βραδιά σήμερα. Καλύτερη από πολλές άλλες βραδιές. Σηκώθηκα, έβγαλα το πουκάμισο, το παντελόνι και βούτηξα το ένα μου πόδι στο νερό. Ένα κύμα δροσιάς τράνταξε όλο μου το κορμί. Έκανα μερικά βήματα μέσα στη μαύρη θάλασσα. Ένιωθα τα πόδια μου ν` αχνίζουν. Η ψυχή μου άχνιζε. Ήθελα μόνο να πετάξω. Το μόνο που λαχταρούσα ήταν να πετάξω. Έδωσα ένα σάλτο και βούτηξα.

dominik

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s