Εντός Speak.Easy

Το Άπειρο στο 0

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Στάση Port D’Orléans. Βαδίζεις εντός του συρμού. Κάθεσαι στην πλέον γνωστή αγαπημένη σου θέση.

Mαζί σου βάδισε κι ένας λαλημένος. Το μάτι του λοξοστρατούσε παράλληλα με το δεξί του πόδι. Αδυνατούσε να στηρίξει.Τ ον παρατηρείς. Έχει βαμμένα νύχια κάθε χέρι διαφορετικό. Το αριστερό μέχρι τη μέση είναι λευκό και από τη μέση και κάτω κόκκινο. Το δεξί στο ίδιο μοτίβο, στη θέση του κόκκινου μπλε. Τα γυαλιά του αγκιστρώθηκαν στο πρόσωπο του από την εποχή των ‘80s. Κοστούμι μονοκόμματο πάνω και κάτω, φθαρμένα παπούτσια.Τ α παπούτσια ήσουν σίγουρος πως θα ταν φθαρμένα. Φαινόταν εξάλλου φθαρμένος. Η πινελιά του δρόμου του ήταν μη εσκεμμένη όσο εσκεμμένα ζωγράφιζε. Φορούσε μια κάπα παρμένη από τραπεζομάντηλο. Μα στεκόταν Βασιλικά στους ώμους του, δε τσαλάκωνε. Πριν καλά καλά προλάβεις να τον περιγράψεις είχε κιόλας φύγει γελώντας. Γλεντώντας γράφεις και το λογοπαίγνιο πνιγεί την ΡΟΗ. Ξανά.

Το μετρό ξαφνικά έμεινε άδειο καθώς γέμιζε με υπηκόους.Άλλοι γυάλιζαν πολλοί κι άλλοι λίγο,Μα κανείς σαν κι αυτόν. Είχες καιρό να συναντήσεις έναν τέτοιο. Όσο το σκέφτεσαι καλύτερα ακροβατώντας σε τόσες σκηνές οι ακροβάτες αποκτούν τη μορφή σου. Της δίνουν χρώμα τόσο ωμά κι ασύμφορα. Έτσι που ακόμα κι αν σου ζωγραφίσω πορτραίτο, που εν τέλει το κάνω, δεν ξέρω ποιον ιχνογραφώ. Εμένα, εσένα, τον αλκοολικό σου συγγραφέα.

Όλοι μας ζούμε ένα αμάλγαμα που τείνει να γίνει άγαλμα.

Σφυρηλατούμε την πέτρα μας από μέσα προς τα έξω. Έτσι που κάθε σφυριά σκοτώνεται απ’την ηχώ που όλο και μεγαλώνει.”

Αυτές ήταν οι τελευταίες μου συλλαβές πριν αφήσω τον ρόλο του αφηγητή. Εκείνη τη μέρα πέθανα. Οι ήρωες μου όμως θαρρώ πως ακόμα πνέουν ανά στάση. Πες με μελοδραματικό, το δέχομαι. Δε μπορείς να με νιώσεις. Κοιτάξου στο καθρέπτη. Γούρλωσε τα μάτια. Τι βλέπεις; Αν βλέπεις δε μπορείς να με νιώσεις. Εστίασε στις παλάμες σου. Κράτα τες ανοιχτές. Τι βλέπεις; Αν βλέπεις δε μπορείς να με νιώσεις. Πλησίασε το κρασί. Όχι όχι, μη πιάσεις ποτήρι.Πιες από το μπουκάλι. Τι γεύση έχει; Αν δεν είναι ξινό δε μπορείς να με νιώσεις. Θυμήθηκες να βάλεις το φελό. Αυτό σημαίνει πως ήσουνα νηφάλιος. Άρα δεν έβλεπες .Εν όραση. Η μάνα μου με λέει ανοργάνωτο, ο πατέρας μου τεμπέλη, οι καινούριοι συμμαθητές μου αντικοινωνικό, κι οι παλιοί ψώνιο. Το κρασί μου σοφό κι η ποίηση γιό της. Και μια κοπέλα σε μία αποθήκη με μεταχειρισμένα που συνάντησα σήμερα μυστήριο, είπε πως ήθελε να με γνωρίσει καλύτερα. Είχε τζίβες φούξια, δικτυωτό καλσόν και ένα σκουλαρίκι στο μάγουλο.Με ρώτησε αν πίνω φούντα,δεν πίνω, της είπα όμως ναι.Δεν ξέρω γιατί.

Σκηνή Υπ’αριθμόν 0. Έτσι ώστε να ορίζει το άπειρο. Τέλος.

koutrouvelis

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s