Για το Β. από τη Μ.

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

Όταν βέβαια του το επέτρεπε ο καιρός σύχναζε στο αεροδρόμιο και μονάχα καμιά φορά που τα οικονομικά του του το επέτρεπαν έπαιρνε την πρώτη διάθέσιμη πτήση και ταξίδευε. Από μικρός ονειρευότανε να γίνει πιλότος ή ταξιδιωτικός πράκτορας ή έστω ποιητής. Μια φορά στο Βερολίνο, σε ένα σπίτι μαζί με ξένους έζησε και κάθε πρωί διαφορετικός ήταν ο συγκάτοικος του και διαφορετικό το πρωινό του και διαφορετική η μυρωδιά του χώρου. Κάπνιζε ελάχιστα. Συνήθως ερωτοτροπούσε με την ιδέα του καπνού που σαν σύννεφο τον περιτριγύριζε και τον αποστασιοποιούσε από την μοναξιά της κοσμοσυρροής γύρω του. Στη μεγάλη αυτή πόλη χάθηκε πολλές φορές καθώς διασκελιζόταν ανάμεσα στην πληθώρα των συρμών. Μα, μα το Θεό, το απολάμβανε τόσο πολύ. Τους ανθρώπους. Αυτούς κυρίως. Αυτούς απολάμβανε. Τους ανθρώπους με τις πολύχρωμες κάλτσες και τα κασκόλ και τα γυαλιά σε σχήμα πεταλούδας. Λες και βρίσκονταν σε χωριό πολυτελείας ένιωθε. Κάθε τόσο, δε, συναντούσε ανθρώπους που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με τη δική του και πολύ χαιρόταν. Τον ρωτούσανε πως πηγαίνανε τα πράγματα πίσω στο σπίτι και αυτός, λόγω έλλειψης καλύτερης απάντησης, χαμογελούσε και συνήθως απαντούσε με ύφος λογοτέχνη “ κάποια μέρα που θα σε ξανασυναντήσω θα βρω τις κατάλληλες λέξεις και θα είναι απλές και θα σου εξηγήσω”. Είχε εξ αρχής μία υποψία από τότε που επισκέφτηκε ετούτη την πόλη, πως δε θα μπορέσει να την γνωρίσει όπως γνωρίζει τους στίχους του αγαπημένου του ποιήματος. Ό Θέε μου πόσο πολύ σιχαινότανε την ημιμάθεια της πραγματικότητας και την πολυκοσμία στο μετρό. “Άσε με εμένα. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από πέντε μουσεία και μερικές διακεκομμένες στιγμές. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μία χαμένη υπόθεση.” Αλλά έσφαλε. Η μεγάλη αυτή πόλη ορθώνονταν μπροστά του μισοντυμένη και η ανάγκη του να την απογυμνώσει διαπερνούσε τις εσωτερικές αισθητήριες κεραίες του σε ένα τέτοιο εκκωφαντικό βαθμό που οι κεραίες τώρα πάλλονταν ρυθμικά με τη βοήθεια ενός πλανόδιου μουσικού που δημιουργούσε μουσική κρούοντας κατσαρόλες σε μία πλατεία πολλών τετραγωνικών. Ηττημένος από την τελειομανία του, ανατοποθέτησε τους στόχους του και υποσχέθηκε τουλάχιστον να επιστρέψει σύντομα. Για να αγοράσει και άλλες κάρτες και αφίσες και κονκάρδες και να τραβήξει κι’ άλλες φωτογραφίες. Και να μη μοιάζει με τουρίστας. Και να μη τον ρωτάνε συνέχεια εάν είναι Ισπανός. Σε αυτή την καμπή της ζωής του μια σειρά από ατυχή γεγονότα και λαχταριστά γεύματα, εξαιρουμένων εκείνων που περιελάμβαναν καρότο, πράσινα πράγματα και πίνονταν, ίσως να τον τακτοποίησαν υπαρξιακά λίγο περισσότερο απ’όσο μπορούσε να φανταστεί. Ίσως πάλι να ήταν μερικές πρώτης τάξεως ευκαιρίες να ξεσπάσει σε γέλια διαρκείας. Κοιτούσε το μετρό που ερχότανε προς το μέρος του και όμως μπορούσα να υποθέσω πως κοιτούσε μέσα από αυτό χωρίς να κοιτάει αυτό. Τη ροή του χρόνου κοιτούσε και την αρμονία της ακρίβειας και τις κινήσεις των επιβατών. Και όταν την ύστατη του χρόνου στιγμή πρόλαβε την πτήση της επιστροφής με μια βαλίτσα καφέ που μόνο προβλήματα δημιουργούσε, διατήρησε την εξής αρχή. Να επιστρέψει εκεί. Όχι πριν η πέρα από εκεί. Ακριβώς εκεί.

ws

hatzikallia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s