Εντός Speak.Easy

Στο γκανάκι που δεν άντεξε το σούτο

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

“Όπως οι άστεγοι αδειάζουν τα χαρτοπότηρα για να μη βλέπεις πόσα κρατάν έτσι αδειάζουν και τα ψυχοπότηρα… για να μη θυμούνται πόσα. Πόσα πέρασαν ή μάλλον καλύτερα πόσα χρεώθηκαν. Πόσα ή πόσο;”

Αυτό αναρωτήθηκες καθώς έβγαινες από τον συρμό και είδες μια γυναίκα να κρύβει στο ντεκολτέ της ένα 2ευρω πριν καλά καλά την δούν κι άλλοι. Εκτός από σένα. Στέκει εκεί κάθε μέρα. Δίπλα ακριβώς από την λυόμενη γνωστή κρεπερί. Καμιά φορά στέκει με δυο παιδιά, δεν ξέρεις αν είναι παιδιά της, και μ’ένα σκύλο. Δεν της έχεις αφήσει ποτέ χρήματα. Κάθε φορά τυχαίνει να την βλέπεις να αδειάζει το ποτήρι.

-”Εσύ γιατί αδειάζεις το κεφάλι στο ποτήρι σου;

-Δεν είναι το ίδιο άδειασμα τρελέ εαυτέ μου

-Μπα…το άδειασμα γνωρίζει και παραλλαγές;

Δεν μίλησα. Άναψα ένα τσιγάρο από ένα παρατημένο πακέτο στη μέσα θήκη του μπουφάν μου, αυτό με την τρύπα στη φόδρα του μανικιού, και απλά σώπασα.

-“Άδειασα”.

-Αστείο. Άδειασες; Εσύ ναι… άδειασες;

Δεν μιλάω στον εαυτό μου. Ποτέ σου δεν αδειάζεις. Κάθε φορά που πας να, τόσο γεμίζεις. Πότε θα φτάσεις κορυφή;

Ο πάτος λυτρώνει. Η κορυφή πληγώνει, βαραίνει το ποτήρι όπως το κρατάς. Φοβάσαι το ξέρω. Το ξεχείλισμα. Τότε αρχινάς να τρέμεις.

Και το ποτήρι ξεχειλίζει και χύνεται, το ότι μπορεί να χυθεί. Τι μπορεί να χυθεί;

Το τίποτα στο πάντα. Αυτό είναι ζητιανιά. Και το πάντα στο τίποτα. Αυτό είναι δωρεά. Ταπεινοί και Πεινασμένοι χύνονται ναι…στους Ταπεινούς και Διψασμένους. Οι μεν διψούν κι οι άλλοι πεινάνε. Εγώ στη μέση. Κρατώ ναι, το πινέλο μου. Κι ανακατέβω το ποτήρι. Μετά πίνω,έτσι μεθώ.

Δεν αδειάζω, περίμενε, τότε γεμίζω. Μετά φτύνω. Πάρτο όπως θες το φτύνω. Δεν ξέρω καν αν είναι μεταφορά. Και τότε αδειάζω. Ξέρεις γιατί; Πως θα κρατήσω κάτι που δεν ανήκει σε μένα; Το κρατώ, μα αυτό δεν κρατιέται. Και έτσι τελειώνει το άδειασμα. Και η σκηνή.
Κρεσέντο :

Οι δρόμοι ανήκουν στα κρεμασμένα υποδήματα των πεσόντων που πέταξαν. Στο γκανάκι που δεν άντεξε το σούτο.

Κάθε σταθμός μόνο γιούφια και σέο. Η ζωή μου μοιάζει με επίρροια.

Φιξάρω, φλασσάρω, την ακούω, νταγκλάρω μετά περνώ χαρμάνα.

Κατάλαβες τώρα γιατί σέβομαι τον Ασίκη; Το Γκιζντάνι είναι πικρό, δε το φτύνεις, το καταπίνεις.

Και ξέρω πως δε θα άντεχα ούτε μέρα. Αφήνω φόρο τιμής σε κάθε Ποίμα που γινε ποίημα, μετά το καίω. Είναι προπαντός δική μου ευθύνη.

Ο κάθε Δεμένος θα πρεπε να ναι λυτός. Θα πρεπε. Όμως δεν είναι.

Το λουκάρισμα θα γίνει κλείσμα. Βαρέθηκα να βλέπω Ζορμπάδες να ξεψυχούν, φαύλους να ανθίζουν.

Κάθε σύριγγα θα γίνει σύραγγα χάρτινη απ’τα Εξάρχεια ως το Σαντ Ντενυ.

Ορκίστηκες.

koutrouvelis

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s