Παλιά μου τέχνη Κοσκινά... Speak.Easy

(Τα μεταμεσονύχτια)

Της Σταυρούλας Κοσκινά

Βράδυ Σαββάτου κι εσύ είσαι κάπου.

Άραγε τι να λες, με ποιον να μιλάς με προσήλωση; Ποιό σημείο εκκίνησης μίας συζήτησης έχεις ορίσει; Σε ποιό δρώμενο πρωταγωνιστείς ή έστω είσαι συμμετέχων; Είναι αγαπημένο δρώμενο τουλάχιστον ή χωρίς λόγο είσαι στο «κάπου» και όχι στο «εδώ»; Είναι κωμωδία η δράμα (αχ πες μου μη κλάψω σε άσχετη στιγμή!);

Σε ποιο αστικό κομμάτι γης πατάς; Ή μήπως δεν είναι αστικό; Μα και τι να ναι; Δεν νομίζω ότι υπάρχει ζωή έξω από αυτή την πόλη ,έξω από αυτά τα αστικά σύνορα. Εσύ πάλι νομίζεις ότι η πόλη είναι ένα εύρημα αυτών που δεν άντεχαν τη μοναξιά της υπαίθρου και ότι κι εδώ είναι ύπαιθρος αλλά ντυμένη στα γκρι.

Τι λοιπόν; Πιστεύεις ότι θα είμαστε ευτυχείς στην ύπαιθρο παραπάνω από ότι εδώ;

(Γιατί εδώ είμαστε ευτυχείς γιατί μας το επιβάλλει αυτή η αστική ανάγκη για ευτυχία. Κάτι σε αναγκάζει να είσαι τουλάχιστον ευτυχής, αλλιώς -γκόντ φορμπιντ- δεν είσαι αστός.)

Εκεί που είσαι οι άνθρωποι είναι μόνοι τους ; Τους βλέπεις στ’ παγκάκια με παρέα; Η και αυτοί ψάχνουν κάτι που δεν εκεί μαζί τους; Βγαίνουν; Η έχουν επενδύσει όλη τους την περιουσία σε κεραίες μήπως και ενώσουν τη μοναξιά τους; Κι αν βγουν ποιον πάνε να βρούνε; Κι αν όχι, για ποιον μένουνε; Γιατί σίγουρα υπάρχουν κάποιοι που μένουνε.
Είναι λοιπόν Σάββατο κ εσύ είσαι κάπου. Κι αυτή η αοριστία με κουράζει. Πες μου για τις διαδρομές σου τουλάχιστον.

Στις νυχτερινές γραμμές που ακολουθείς ελπίζω να μη έχεις στάσεις. Και να μη σε κοιτούν οι άγνωστοι περαστικοί με το φόβο ότι έχεις επεκτατικές τάσεις. Μα όχι αλίμονο, θα πεις. Ότι δεν θες να κατακτήσεις άλλο, θα πεις, και ότι αρκείσαι στο δικό σου κομμάτι αστικής γης. Έτσι θα πεις. Εγώ όμως σε ρωτάω: Αρκείσαι; Ή το μυαλό σου τρέχει πάλι στην ύπαιθρο;

Τουλάχιστον πες μου: Εκεί που είσαι βρέχει; Εδώ βρέχει. Τη μπουγάδα να μαζέψω! Εκεί στα μπαλκόνια έχουν κρεμασμένα ρούχα ή τα έχουν μαζέψει; Δώσε μου ένα στοιχείο τουλάχιστον! Ίσως έτσι μπορέσω να σε βρω: διαρκώς ιχνηλατώντας σε μονοπάτια βρεγμένων ρούχων ή άδειων μπαλκονιών. Από το ένα διαμέρισμα στο άλλο, από την Αχειροποίητο στην Βασιλίσσης Όλγας , από το Ντεπώ στην άνω πόλη και πάλι πίσω.
Κι αυτή η αοριστία και η ασάφεια είναι λοιπόν που με καταδικάζει σε αυτό: σε ένα αέναο, ατελείωτο, ασταμάτητο κυνηγητό και ψάξιμο.

Όσο εγώ πλησιάζω, τόσο το κάπου ξεμακραίνει. Και τόσο οι γειτονάρχες μαζεύουν τα ρούχα από τα μπαλκόνια.

Είναι Σάββατο και εσύ είσαι κάπου.

Κι αυτό το «κάπου» δεν παύει να μην είναι το «εδώ». Και εγώ πρέπει πάλι να πείσω τα σύννεφα να φύγουν για να μη βρέξει και να απλώσω μπουγάδες σε όλα τα μπαλκόνια της γειτονιάς μήπως και τις δεις περνώντας και μείνεις, γιατί ποιός ξέρει μπορεί να έρθεις εδώ που δεν βρέχει γιατί μπορεί και να φοβάσαι τη βροχή.

Εκτός βέβαια αν σε τρομάζει η αβάσταχτη σοβαρότητα του «μείνε».

Υ.Γ.: Τελειώνει ο Απρίλιος, μα που είναι η άνοιξη;

 

koskina

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s