[επιστροφή στις νομολογίες της δευτέρας και της κυριακής ή τελοσπάντων επιστροφή κάπου]

 

Της Μαρίας Χατζηκαλλία

για κάποιον χ αναγνώστη ή για κάποιον τελοσπάντων

Το ψιλόβροχο ακολούθησε ένας ήλιος κίτρινος σαν ηλιοτρόπιο. Αρνούμενη να φορέσω γυαλιά ηλίου προτίμησα να σουφρώνω τα μάτια, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες της γιαγιάς Μ. να με πείσει πως αυτή η συνήθεια με ασχημαίνει. Πίστευα ακράδαντα ότι τα γυαλιά αποκρύπτουν ένα μέρος της πραγματικότητας και κανείς, ούτε καν η γιαγιά Μ., δεν μπορούσε να με πείσει για το αντίθετο. Περπάτησα γρήγορα, αγόρασα έναν καπουτσίνο μέτριο και μπήκα στο λεωφορείο το οποίο αναχώρησε δύο λεπτά αργότερα. Mια ολόκληρη μέρα στη σχολή μπορεί να με εξουθένωσε λίγο περισσότερο από όσο είχα υπολογίσει. Κάπου ανάμεσα στις μακέτες, τα οντουλέ και τις κουβέντες καλωσορίσματος αναπολούσα ανά ανησυχητικά τακτά διαστήματα τις πασχαλινές κανονικότητες. Αυτές με τον πρωινό καφέ φίλτρου και το τσουρέκι σοκολάτα και τις πρωινές κουβέντες και πειράγματα και αναγνώσματα. Aκόμα και τα μεσημέρια που κατά κανόνα χανόμουν κάτω από τα σκεπάσματα βλέποντας το ένα μετά το άλλο τα επεισόδια μίας νέας σειράς, φάνταζαν κάπως ειδυλλιακά τις νύχτες που ξεκινούσαμε ότοκαντ μετά τις δώδεκα. Τα πράγματα όμως ποτέ δεν είναι τόσο νομοτελειακά και αν μη τι άλλο αν βάλεις στο κατά τα άλλα αδιάφορο γιαούρτι λίγη ζάχαρη και το παγώσεις μπορείς με κάνεις χαρούμενη ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων.

Οι Παρασκευές και οι Κυριακές είναι φτιαγμένες από χρυσόσκονη, εξάλλου. Και εκείνη η παρασκευή ήταν αδιαμφισβήτητα αστραφτερή. Και όταν ο κορμός σοκολάτας και τα κριτσίνια με καφέ φίλτρου έγιναν μπύρες και ρακές ψημένες και η παρέα απαράλλαχτη και το κέφι απαράλλαχτο και η μουσική και τα χρωματιστά βίντεο στον προτζέκτορα και οι χαμογελαστοί χορευτές της νύχτας απαράλλαχτοι, τότε δεν ξέρω, τίποτα μαγικό δε συνέβη. Ήμουν και γω ένας χαμογελαστός χορευτής της νύχτας. Αυτό συνέβη. Ένας χαρούμενος χαμογελαστός χορευτής της νύχτας. Και το ξημέρωμα με βρήκε να ακολουθώ τη γνωστή διαδρομή για το σπίτι – για το κρεβάτι- μπλέκοντας πλέον την κανονικότητα μου με το ακανόνιστο της ώρας και έχοντας ένα κεφάλι γεμάτο με σκέψεις και άδειο από συναισθήματα πάσης φύσεως και ένα καράβι να προλάβω σε μερικές ώρες. Ένα καράβι που λίγες ώρες αργότερα έχασα και βρέθηκα εγώ η αργοπορημένη σε ένα καφέ με θέα τη θάλασσα να πληκτρολογώ πλάι σε μια παρέα τουριστών που απολάμβαναν σιροπιαστά και συμπάθεια. Και όταν η επόμενη μέρα με βρήκε πλάι στη θάλασσα να βγάζω φωτογραφίες και να μιλάω για την αξία της αρχιτεκτονικής (;) τρώγοντας λουκουμά και πίνοντας γάλα σοκολατένιο, ξέρεις ήταν όμορφα και κανονικά και νομοτελειακά και απρογραμμάτιστα. Και όταν η δευτέρα πλησίαζε τρομακτική και επιμελώς προγραμματισμένη και τα πράγματα ξαναμπήκαν στο σακίδιο και τα γυαλιά στα μάτια, ξέρεις κάτι, δε με πολυένοιαζε.

Η Πρωτομαγιά θα ήταν υπέροχη και η ρόδα του ποδηλάτου μου θα παρέμενε αφούσκωτη, γιατί είναι ντροπή να χαλάμε τις κανονικότητες μας ακόμα και κατά τη διάρκεια μίας πλήρους ακανόνιστης εμπειρίας. Η κάτι τέτοιο τελοσπάντων.

M.

Υ.Γ. σε οποιαδήποτε κανονική ή ακανόνιστη πραγματικότητα σας μη δοκιμάσετε ρύζι νερόβραστο. σας προειδοποιώ. Σε οποιαδήποτε.

hatzikallia

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s