ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Στο Βαγόνι μ` ένα Βρεγμένο Σπιρτόκουτο

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Η αλήθεια είναι πως το είχα δουλέψει αρκετές φορές με το νου μου: Το τρένο θα `φτανε, η πόρτα του βαγονιού θ` άνοιγε, κι εγώ θ` αγκάλιαζα για μια τελευταία φορά τη Λένα, και θα της έδινα ένα τέτοιο φιλί που από μόνο του θα γινόταν ο κεντρικός άξονας των επεισοδίων ενός τούρκικου σήριαλ. Αλλά, γαμώτο, η συναινετική πραγματικότητα δεν δίνει δεκάρα για τις φαντασιώσεις των μυαλών που την συντηρούν.

Το τρένο ερχόταν από στιγμή σε στιγμή κι η κάθε στιγμή επαναλάμβανε τον εαυτό της σαν σκρατς γρατσουνισμένου δίσκου. Έτσι μου φαινόταν. Καπνίζαμε κι ανταλλάζαμε μισόλογα. Η Λένα με κάθε τζούρα γυρνούσε το κεφάλι της από την άλλη κι εγώ το `ξερα πως δάκρυζε. Γύρω μας δυο τρεις τύποι που μιλούσαν φωναχτά, οι παγωμένες ράγες, τα πουλιά που ξυπνούσαν. Η ψυχή μου καιγόταν, κόντευε να γίνει σαπούνι κι η πλάση γύρω μας έσερνε ακάθεκτη το χορό της. ΡΕ! Είμαστε και μεις εδώ! Δε βλέπετε που αντί για νερό, όχι ξύδι αλλά μια ντουζίνα φρόζεν κοκτέιλς ρουφήξαμε, αποτελούμενα από δάκρυα, συγκρουόμενα βλέμματα, τρεμάμενα χείλια, καρδιοχτύπια που η ηχώ τους θα μπορούσε κάνει ακόμη και τους αμμόλοφους του πλανήτη Άρη να τρέμουν, ελπίδες που αναβοσβήνουν σαν πληγωμένες κωλοφωτιές μια καλοκαιρινή νύχτα, δεν βλέπετε την πανσέληνο που την νομίσαμε για γαρνιτούρα και τώρα έμεινε μισή να κρέμεται από το ποτήρι; Τίποτα. Στεκόμασταν εκεί, στην άκρη της αποβάθρας, μικροί κι ασήμαντοι, δυο θύματα του συμπαντικού κατεστημένου που την μια του πιθαμή την πήραμε και την ονομάσαμε ζωή. Το ένιωθα αυτό το συμπαντικό κατεστημένο, ένιωθα την ενοποιούσα δύναμη που το εποπτεύει και που υπάρχει μέσα σ` όλα τα έμψυχα και τ` άψυχα, το Μεγάλο Μυστήριο, τον Θεό όπως θέλετε πέστε το, να μας τσιγκλάει τα στομάχια μ` ένα καρφί ―και να γελάει. Ω, ναι. Το δικό μας θλιμμένο τραγούδι, ήταν εν τέλει, πικρό σαν άγουρο δαμάσκηνο.

Ο γρατσουνισμένος δίσκος κάποια στιγμή ξεκόλλησε κι η φωνή στο μεγάφωνο βρόντηξε. Το τρένο ήρθε. Κοίταξα για χιλιοστή φορά το εισιτήριο μου. Βαγόνι δύο, έγραφε. Κινήσαμε για το βαγόνι δύο. Όλα τα βαγόνια όμως έγραφαν δύο απ` έξω. Σαν να μου `λεγαν δηλαδή: «ΔΕΝ ΘΑΞΕΦΥΓΕΙΣ». Ήταν παρανοϊκό. Θυμάμαι ένα ποίημα που έγραψα κάποτες. Για τον έρωτα πως τάχα μοιάζει με αρένα ρωμαϊκή που στο κέντρο της, στην άσπρη άμμο, καραδοκούνε τα θηρία, οι μεγάλες Αντιθέσεις του κόσμου. Πως στην ουσία του ο έρωτας είναι βίαιος, μια πάλη ανάμεσα στο Κτήνος και στον Αμνό. Ανάμεσα στο Θείο και στον άνθρωπο. Η σάρκα και το πνεύμα. Πότε είναι ο ένας από πάνω, πότε ο άλλος. Πότε για μια στιγμή ξεπέφτει το θείο στα μέτρα του ανθρώπου, πότε για μια στιγμή ανυψώνεται ο άνθρωπος στα μέτρα του Θεού. Αρένα λοιπόν. Κι οι θεοί στις μαρμάρινες κερκίδες, κράζουν όλο λύσσα για τ` αποτέλεσμα. Α, ναι, το στομάχι μου από τα πολλά καρφιά, κόντευε να γίνει σαν στραπατσαρισμένη πανοπλία μονομάχου.

Ξεφεύγω από το θέμα όμως. Την μια στιγμή βρισκόμουν στην αποβάθρα, την άλλη στο βαγόνι. Το μεταξύ δεν το θυμάμαι. Αλήθεια. Αυτό που θυμάμαι όμως, είναι το βλέμμα της Λένας λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Φίλε, γεια-χαραντάν. Είναι κλισέ αυτό με τα βλέμματα, το ξέρω, αλλά είναι κλισέ της τηλεόρασης, όχι δικό μου. Το βλέμμα της ήταν χαστούκι. Ήταν παράπονο και τ `άκουγα το παράπονο, πού πας, ψιθύριζε, πού πας, γιατί. Ήταν άγριο βλέμμα σαν ουρλιαχτό μα κι ήρεμο όπως η σιωπή της θάλασσας τ` απόγευμα, πριν ξεσπάσει η μπόρα (κι η μπόρα ποτέ δεν ξεσπά, κι εσύ περιμένεις, περιμένεις, μυρίζει ο αέρας χώμα μονάχα), ήταν πόνος, ατόφιος, η Λένα τον αποδεχόταν τον πόνο, έτσι μου φαινόταν, γινόταν η ίδια πόνος, δεν τον λογάριαζε. Για σένα, μου λεγε, είμαι `δω για σένα. Για σένα-για σένα, για μας.

Στο τηλέφωνο, λίγες μέρες αργότερα μου εκμυστηρεύτηκε ―η Λένα, όχι το βλέμμα της― πως εκείνη την στιγμή στο τρένο, της ήρθε να με αρπάξει και να με τραβήξει πίσω στην αποβάθρα. Γιατί δεν το ` κανες, σκέφτηκα. Γιατί δεν πήδηξα από μόνος μου, να την αρπάξω και να της πω: Λένα; Δε φεύγω! Τ` ακούς; Χέστα όλα. Εδώ. Εμείς. Τώρα.

Α, ρε Λένα. Οι ζωές μας δεν είναι παρά το τσαφ ενός σπίρτου. Σου μένει μόνο η μυρωδιά. Όλοι μας θα πεθάνουμε κι όλοι μας θα πονέσουμε ο καθένας με το ποσοστό που του αναλογεί. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Κάνε αυτό που δεν προβλέπεται. Για την Μυρωδιά.

Κωνσταντίνος Δομηνίκ

Κούβα, Μάιος 2017

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s