ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Ανάσα Μου

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Βρέθηκα στην έρημο, σ` ένα βενζινάδικο στην άκρη του δρόμου κι ήτανε νύχτα, κι είχα χαθεί. Οι δρόμοι εδώ δεν στρίβουν, η άσφαλτος μοιάζει να εκτείνεται στο άπειρο, κι εσύ δε νιώθεις περισσότερο σημαντικός από τους κάκτους ή τις σαύρες ―η απεραντοσύνη κυριολεκτικά σε πλακώνει.

Έπινα μπύρα σκαλωμένος στη μπάρα και περίμενα να κοπάσει ο άνεμος. Όμως, όπως με πληροφόρησε η Άγκνες, η ιδιοκτήτρια, οι άνεμοι σ` αυτά τα μέρη μπορούν να κρατήσουν μέρες. Κι είναι σχεδόν αδύνατον να βγεις στο δρόμο χωρίς φουλάρι ή φλις. Κάποια στιγμή, ο άνεμος τράνταξε τις σανίδες του τοίχου, κι οι λάμπες πάνω από την μπάρα τρεμόπαιξαν. Έσφιξα τις χούφτες μου κι η Άγκνες ξέσπασε σε γέλια. Για να με ηρεμήσει, πήγε να βάλει ένα κομμάτι στο τζούκμποξ. Έριξε το κέρμα, τα νέον φωτάκια άρχισαν να αναβοσβήνουν και, δεν ξέρω γιατί, αλλά για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ήρεμος, άδειος, στη μέση του πουθενά, σ` αυτό το καρυδότσουφλο, με τις δυο λάμπες να παλεύουν με τις σκιές, «με τη φωνή της Τζούλη Κρουζ να γλιστράει από τα ηχεία σα παγοκρύσταλλος μέσ`από τη χούφτα…» και με τον άνεμο να μας πολιορκεί απ` έξω ―κι έμοιαζε στ` αλήθεια η πνοή του, έτσι όπως έφτανε στ` αυτιά μου, με τα παλιά μοιρολόγια των Ινδιάνων που τόσο μοιάζουν με τα πολυφωνικά της Ηπείρου στην άλλη μεριά του κόσμου. Μου φαινόταν πως τ` αρχαίο πνεύμα της γης θύμωνε που το βενζινάδικο με το μπαρ του έστεκε ακόμη όρθιο, κόντρα στην σκόνη και τον άνεμο, κόντρα στο χρόνο, σαν τρύπιο λάβαρο ανάμεσα στους νεκρούς.

Α, νιώθεις για τα καλά εδώ πέρα το Πνεύμα της Γης, όπως θα μπορούσες να το νιώσεις και σε μιαν ερημιά της Ηπείρου για παράδειγμα, είναι το ίδιο, οι άνθρωποι που το εισπνέουν αλλάζουν, το εισπνέουν κι ύστερα το εκπνέουν, κι η πνοή τους γίνεται τραγούδι λυπητερό και παραμύθι που καθώς απαγγέλλεται, λέξη-λέξη πηγαίνει και μπολιάζει με τον άνεμο, ταξιδεύει πάνω από θάλασσες και χώματα, πέρα μακριά, κι υπάρχουν άνθρωποι που κάπου, κάπως, έχουν μάθει ν` ακούνε τον άνεμο και μοχθούνε με τη σειρά τους να μετουσιώσουνε τη θλίψη του σε λέξεις. Ο πόνος, η λύπη, ο θυμός, η λαχτάρα, τόσων χιλιάδων χρόνων, δεν έχει χαθεί, είναι ακόμα εδώ, τώρα, στοιχειώνει τους τόπους, τις ερημιές, τους ανθρώπους∙ το βλέπω το πνεύμα της γης, έχει τη μορφή ενός μικρού αγοριού, που κάθεται μες στο χορτάρι, τη νύχτα σε μια βουνοπλαγιά το καλοκαίρι και με βουρκωμένα μάτια κοιτάζει τ` άστρα, καθώς στις χούφτες του φύλλο-φύλλο, ένα ματσάκι ρίγανη σκορπίζει από τον άνεμο…

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s