Το ξωκκλήσι

Του Σπυράγγελου Κουτρουβέλη

Δε περνάει μέρα που να μη φλερτάρεις με την ιδέα της αυτοκτονίας. «Δώσε μια και φύγαμε» φώναζε ο τρελός εαυτός και συ κουνούσες νευρικά το κεφάλι.


Δε περνάει μέρα που να μη φλερτάρεις με την ιδέα της αυτοκτονίας.
Μέχρι να μπουν αυτές οι πολύχρωμες γραμμές στον καμβά. Να σβήσουν τη σπίθα της ανάστασης, να δώσουν την ορμή στην ελπίδα που λείπει. Όπως εκείνος τις προάλλες. Ήταν περασμένες 23:00. Καθόσουν στο μετρό.
Απορροφημένος στους στίχους σου σε σκουντάει άτσαλα. Όπως πας να γυρίσεις ακούς μια ψευδή φωνή να λέει συγνώμη. Φόρεσες το χαμόγελο του ηλίθιου και
Του πες “δε πειράζει.”
Στο 5 λεπτο που ακολούθησε θα ζήτησε και 10 φορές συγνώμη. Του λείπε το μπροστινό δόντι μαζί και με λίγο μυαλό που το συμπλήρωνε η τρέλα. Όση ώρα καθόταν κουνιότανε νευρικά.
Και παραμιλούσε. Πασχεις απο το ιδιο συμπτωμα.
Τον παρατηρησες, πλεον πιο γλυκα απο τους προηγούμενους ήρωες.Αθλητικα παπουτσια,με σιλικονη στη σολα,μπλε ματ φορμα και ενα χοντροκομμενο μπουφαν στα χρωματα του ουρανιου τοξου.Α ναι,και γυαλια ηλιου.
Να βλεπει τον κοσμο του υπεροχα μεσα απτη στολη του.Του λειπε μια μπερτα και μια ασπιδα.
Καθισε. Δεν το λεω ειρωνικα. Σε σένα μιλώ.
Στο μεταξυ μετα απο ορισμενες κλεφτες ματιες σε ρώτησε τι κάνεις.
Πήρες το χαμόγελο του ηλιθιου και του απάντησες. Η συζητηση σας έκλεισε με ενα
«on sait jamais», με ένα ποτέ δεν ξέρεις.
Πριν φύγει σου άφησε το εισιτήριο του. Μήπως σου χρειαστεί για την επόμενη στάση.
Το τσαλάκωσες αμήχανα όπως κάνεις πάντα και το φύλαξες στην κωλοτσεπη.
Την επόμενη μέρα πέρασες από τον τάφο του Βερλαίν στο Νεκροταφείο του Batignolles.Το γράμμα που ακούμπησες στο μάρμαρο έλεγε τα εξής:

«Μισή ζωή, Ένας έρωτας, μια γύρα.
Μισό ταξίδι, μια ρωγμή, μια πλημμύρα.
Ένα βιβλίο, ένας δίσκος και μια ξιγα.
Ένα πρόσωπο, χίλιοι εαυτοί και μια κακή συνήθεια.

Διαλέγω χρώμα, το φτύνω στο καμβά.
Η σκιά μου ένα μαύρο 7 που ντύνει και τη ζαριά μου. Όμως δεν ξέρω τάβλι. Η ζαριά μου εστίαζε πάντα στα ζάρια, έχανα τα πούλια.
Και τα μαύρα μας πουλιά στο πρώτο χάδι απ’το λευκό σεντόνι πνίγονται. Και μας αφήνουν.
Άριες σπαράζω απόψε,οι άριες μου γράφουν το μινόρε.»

Υ.γ.Το καντήλι που ήταν να σου ανάψω το γραψα για να μη σβήσει.
Το ξωκκλήσι που σου χα τάξει το χτισα ποίηση.
Απόψε το ανατίναξα.
Ο αμβωνας που δεν ξεψύχησε μου πεσε βαρύς. Το περιστέρι του έτρεμε κι έτσι το άφησα να φύγει. Το λεγαν άγιο πνεύμα, το είπα ελεύθερη ψυχή.
Σε ένα μισοσπασμενο στασίδι κάθισα και συνταξα τις λέξης μου.
Μετά σηκώθηκα. Βάδισα προς το ιερό.
Με την λόγχη του κοψα καθε γραμμή. Το μελάνι το άφησα να σταξει στο Αγιο ποτηριο.
Το ανακατεψα με την λαβίδα και σηκωσα την Μούσα που ειχε πεσει, μ’αυτη το σκουπισα. Αφού της χρωστώ όσα δάκρυα δεν σε άφησαν να σκουπίσεις και γιναν ποταμού μπλε.
Ηπια μια γουλιά απ’το ποτήρι, ήταν ξινό και το φτυσα. Το υπόλοιπο έρεε σιγα σιγα να χαιδευοντας το πατωμα οπως περπατουσα στα χαλασματα. Στο τελος πεταξα τον “αετο” να απορροφήσει καποιες σταλες και απειγγηλα το συμβολο της πιστης.
Το «Έξι εβδομάδες κιόλα»
Έχωσα νευρικά το χερι στην τσέπη και οπως τράβηξα το εισιτήριο σκίστηκε σε μια ακρη. Δε με πειραξε. Ετσι κι αλλιώς ήταν χτυπημένο, δεν ήταν έγκυρο.
Το άφησα πάνω στον “αετο”. Ο τρελός μου εαυτός ψιθύρισε.
“Πετα ψηλά, μη σε νoιαζει για το περα.
Όπου ζητούν την άδεια για να μπεις να φεύγεις.
Και κει που ναι λευθερα και άδεια να φοβασαι.
Τράβα μόνος. Έτσι που οταν γυρνάς το κεφάλι, να βλέπεις τους δικούς σου. Φροντισε να τους έχεις καλά. κι αφού καλά θα ειναι, Τράβα μόνος. Στα σκοτεινά κι ανήλιαγα της μετάβασης του Φωτός σε χρώμα.Τράβα Μόνος”

koutrouvelis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s