ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Κάπου Αλλού

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Είναι δύο η ώρα το πρωί τώρα που γράφω, η μπαλκονόπορτα είναι ανοιχτή, μα κανείς δεν έρχεται. Μονάχα η σκόνη. Κάπου πρόχειρα, σημειώνω πως ο χρόνος κυλάει διαφορετικά τα ξημερώματα, μπορεί κανείς να το νιώσει αυτό στον αέρα, αν ονειρεύεται ξύπνιος την ώρα που όλοι κοιμούνται.

Κάτι παθαίνουν οι άνθρωποι την ημέρα κι όλο τρέχουν. Τρέχουν με τον ίδιο τρόπο από τα ίδια μέρη  προς τα ίδια μέρη κάθε μέρα, κι η κάθε μέρα δεν αλλάζει, δεν υπάρχει στ` αλήθεια «άλλη μέρα», υπάρχει μόνο αυτή η μέρα, που απλώς επαναλαμβάνεται. Ένας βρόχος. Κανείς δεν φαίνεται να θυμάται το πώς μας προέκυψε αυτός ο βρόχος. Αν δηλαδή, υπήρξε και μια «πρώτη μέρα», ένα Big Pilot, το οποίο, ενώ αρχικά ήταν σχεδιασμένο να αποτελεί το ξεκίνημα ενός κύκλου ξεχωριστών επεισοδίων, κατέληξε με την συνεχή αντιγραφή του εαυτού του, να  αποτελεί  τον ίδιο τον κύκλο ξεχωριστών επεισοδίων και, εντελώς αυθαίρετα, να προβάλλεται στην επανάληψη ως τέτοιος, κατά την διάρκεια της μεσημεριανής ζώνης.

Οι άνθρωποι τρέχουν, όλα τρέχουν, ο χρόνος τρέχει (για την ακρίβεια, με κάθε χαρτονόμισμα που τρώει στο διάβα του, κερδίζει άλλα δυο χαρτονομίσματα διαφορετικού χρώματος). Εγώ τρέχω, χριστέ μου πόσο τρέχω, κι είναι στο πετσί μου ραμμένα τόσα μυστικά για τα οποία δεν έτρεξα ποτέ όσο θα ήθελα, κι αυτό με στεναχωρεί.

Το είδα στον ύπνο μου προχθές, ήμασταν καβάλα στ` άλογα του καρουζέλ, εγώ και δυο-τρεις φίλοι μου και το καρουζέλ γυρνούσε όλο και πιο γρήγορα κι εκείνο το μελωδικό τινκλ-τινκλ έπαιζε όλο και πιο γρήγορα, και μεις αρχίσαμε να ξερνάμε πάνω στα γυαλιστερά αλογάκια (είχαμε πιει και λίγο), τρομάρα μας, θέλαμε και καρουζέλ, αλλά τι να κάνεις, μας ξεγέλασε ο θείος. Βλέπεις, τ` άλογα δεν τα βρίσκεις στο καρουζέλ, πρέπει να πας στα χωράφια και στα λιβάδια για να τα βρεις, έξω από το τσίρκο, μακριά από δω.

Το ρολόι μου δείχνει τέσσερις. Έχουν περάσει δύο ώρες κι είναι σαν να `χουν περάσει μόλις λίγα λεπτά. Ναι, καλά. Έχουν περάσει δυο βδομάδες κι είναι σαν να `χουν περάσει χρόνια. Μας απομένει τόσος λίγος χρόνος και τα κάνουμε σκατά κάθε φορά. Κι εγώ, το μόνο θέλω είναι να μάθω να γράφω τ` όνομά μου στο νερό. Το μόνο που θέλω, είναι να πλέω τα χαράματα  σφήνα σ` ένα σωσίβιο, με τα χέρια ανοιχτά, με τα πόδια ανοιχτά, να βλέπω πέρα τον ουρανό να λιώνει μες στην θάλασσα, την θάλασσα μες στον ουρανό, με τα δάχτυλα μου να χαράζω το νερό, κι είναι τόσο δροσερό, έχω ξεχάσει πόσο δροσερό είναι το νερό την ώρα που καραμελώνει απ` την κοκκινιά του ορίζοντα…

Έχει ξημερώσει. Βγαίνω στο μπαλκόνι κι αφήνω το βλέμμα μου να βουτήξει στους αμμόλοφους που σπαρταράν από τον άνεμο σαν την κρέμα βανίλιας που βράζει. Η έρημος με πολιορκεί. Νιώθω τον όγκο της να πιέζει το μπαλκόνι μου, νιώθω την σκόνη της να με περιτριγυρίζει όπως οι γύπες τους νομάδες. Ο κάθε κόκκος της περιέχει ψήγματα από τα κόκαλα παλιών εξερευνητών, νομάδων που χάθηκαν στην έρημο, προσκυνητών που άκουσαν τον Θεό να τους μιλά, πιλότων του Β` Παγκοσμίου Πολέμου που θάφτηκαν μαζί με τ` αεροπλάνα τους (Θυμάμαι σε μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία, τον Αντουάν Σαντ Εξυπερύ να ποζάρει στο φακό, λίγο πριν πετάξει για τελευταία φορά, τα χείλη του σφίγγουν απ` το πείσμα και το βλέμμα του στάζει θλίψη, τον πρόδωσαν όλοι εδώ και σηκώθηκε πέταξε και δεν γύρισε ποτέ). Βλέπω στη σκόνη της ερήμου όλη την θλίψη των ανθρώπων -ξερή όπως το τσιμπλιασμένο δάκρυ πριν τον ύπνο- ν` αντιστοιχεί σ` όλα τα όνειρα που ξέφυγαν από τις ρωγμές της επίγειας κλεψύδρας, ω, κανείς δεν ξέρει από πού μας έρχονται τα όνειρα, κανείς δεν ξέρει πού πάνε, κανείς δεν ξέρει από πού ερχόμαστε, κανείς δεν ξέρει πού πάμε. Βρεθήκαμε εδώ μονάχα, και το «εδώ» μας πρόδωσε, μας προδίδει συνεχώς, κι εμείς αγνοούμε τα σημάδια που μας το υποδεικνύουν αυτό, εθελοτυφλούμε, κάνουμε τους χαζούς, και καταδικασμένοι να καταδιώκουμε σκιές, έρμαια των σκιών που μας κατατρέχουν, καταντούμε ξέθωρες σκιές, στα όνειρα των γύρω.

Φωνή που γρατσουνά τον ασύρματο: Αλλού. Κάπου Αλλού.

Στο γυαλί, ρωγμές ξεπηδούν. Χαράζουν τον ουρανό σα μαγικά μονοπάτια που κόβουν βόλτες σε κάποιον χάρτη. Ο τοίχος στο μπαλκόνι μου, αρχίζει και τρέμει. Ακούω απ` το δωμάτιο πράγματα να σπάνε. Στα πέντε μέτρα απ` το μπαλκόνι, κάτι ξεπροβάλλει μέσα από την άμμο. Μοιάζει με μαύρο (φέρετρο) αεροπλάνο. Αναδύεται στην επιφάνεια και συνειδητοποιώ πως το σχήμα του φέρνει περισσότερο σε πιάνο με φτερούγα. Στο σημείο που βρίσκονται τα πλήκτρα, μια γυναικεία μορφή στο χρώμα της ερήμου, αναβοσβήνει σαν αυτιστικό κανάλι στην τηλεόραση. Τα δάχτυλα της σέρνονται στα πλήκτρα (ή τέλος πάντων, εκεί που θα `πρεπε να βρίσκονται τα πλήκτρα). Με κάθε πάτημα, κι ένα κομμάτι απ` τον ουρανό γκρεμίζεται στο έδαφος. Κάνω να φωνάξω στη μορφή, μα ένα τράνταγμα με ρίχνει στο πάτωμα. Χάνω τις αισθήσεις μου.

Φωνή που γρατσουνά τον ασύρματο: Αλλού. Κάπου Αλλού.

…κρύος αέρας με χτυπά στο πρόσωπο. Το μπαλκόνι μου πλέει στην έρημο. (Όλο το υπόλοιπο κτίριο έχει χαθεί). Βγαίνω Εκτός.

 

 

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s