Περί αστέρων και συμπάντων Speak.Easy

καλοκαιρινή δημιουργία

Της Δήμητρας Βαρβούτη

12/07/2017, Ρώμη – Musei Vaticani, Cappella Sistina

Για λίγο μόνο έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα ότι δεν υπήρχε κανείς γύρω μου. Η Cappella Sistina είναι άδεια, είμαι στο 1510 και ο Michelangelo, ανεβασμένος σε μία σκαλωσιά, ζωγραφίζει τον ουρανό της εκκλησίας, κι εγώ πίσω· σε μια γωνία να παρακολουθώ τη σύλληψη ενός μοναδικού πίνακα. [Creazione di Adamo]

Ο ναός είναι γοητευτικός, αμυδρά τρομακτικός. Πρέπει κανείς να έχει το κεφάλι του διαρκώς στραμμένο στον ουρανό, ώστε να ανακαλύψει όλη αυτήν την ομορφιά και τη λεπτομέρεια. Παρατήρησα, όσο ήμουν στην αλλοτινή εκκλησία, ότι δεν μπορεί κανείς να κοιτά πολλή ώρα ψηλά, χωρίς το στόμα του να είναι ανεπαίσθητα, ίσως ασυνείδητα, ανοικτό.

[σκηνές από τη δημιουργία του κόσμου]

οι πρώτοι άνθρωποι κλέβουν το μήλο της Εδέμ με τη βοήθεια του όφεως, ο θεός εκτείνει το δυνατό του χέρι στο αδύναμο χέρι του πρώτου ανθρώπου, άγγελοι προσπαθούν να βοηθήσουν το θεό να συναρμολογήσει τον κόσμο. τόσα άγνωστα πρόσωπα που φαντάζουν τόσο σημαντικά. [ο ναός αυτός είναι το απόγειο της ανάγκης του ανθρώπου να κυβερνάται] το ταβάνι φαντάζει τόσο μακριά, όσο κι η σελήνη. όσο κι αν τεντωθεί κανείς, νιώθει ότι δεν είναι ούτε εκατοστό πιο κοντά. αντίθετα, νιώθει πιο πολύ από ποτέ το σώμα του γειωμένο, τα πόδια του πακτωμένα στο περίτεχνα καμωμένο δάπεδο, ότι δεν μπορεί ούτε μια σπιθαμή να τα κουνήσει από τη γη.

Για να δει κανείς κάθε πτυχή και απόκρυφη πλευρά των θείων τοιχογραφιών πρέπει να περπατήσει εκατοστό- εκατοστό όλη την έκταση της εκκλησίας, κάτι αδύνατο λόγω της άπειρης μάζας τουριστών που ήρθαν μαζί με εμένα. Άνθρωποι περπατούν και φεύγουν. Μέσα σε όλη αυτήν την κοσμοσυρροή και τη φασαρία νιώθω το κεφάλι μου βαρύ και τα πόδια που κουρασμένα. Οι φρουροί πηγαινοέρχονται και οι παρατηρήσεις για ησυχία από τα μεγάφωνα δεν βοηθούν καθόλου την έμπνευση ή την γαλήνη μου. Κοντεύει έξι, και στις έξι και μισή σφραγίζουν τον ναό. Καλύτερα να πηγαίνω, πριν με διώξουν.

18/08/2017, Ελλάδα – κάπου στη θάλασσα

Είναι δώδεκα παρά τέσσερα, ξημερώματα Σαββάτου και βρίσκομαι στο καράβι για Πειραιά. Είμαι στο κατάστρωμα και σκέφτομαι τις τελευταίες μέρες που πέρασαν από πάνω μου· κι από μέσα μου. [Πόσοι άνθρωποι άραγε έχουν αντιληφθεί την παρουσία μου εδώ πέρα;] Κάθομαι και παρατηρώ τα πρόσωπα γύρω μου. Μια γυναίκα δίπλα μου διαβάζει ένα βιβλίο σε μια άλλη γλώσσα από την δική μου, και το χέρι της τρέμει, καθώς το ακουμπάει στην καρέκλα. Ένα ζευγάρι μεγάλων- όχι και τόσο ερωτευμένο- παρακολουθεί την ανιαρή ταινία που προβάλλει η τηλεόραση πίσω μου. Από μια παρέα νέων βγαίνει ντουμάνι, κι ένας τύπος απέναντι μου χτυπάει ένα κομπολόι. Και χαρτιά. Πολλοί παίζουν χαρτιά, σε μια προσπάθεια να σκοτώσουν λίγα λεπτά, από τα πολλά ακόμη που πρέπει να περάσουν σε τούτο εδώ το κατάστρωμα. Ένα σκυλί γαβγίζει κι ένα παιδί παίζει. [τι έκανα;]

Έχουν περάσει μόλις εννιά λεπτά, κι όμως υπήρξαν τόσες πολλές σκέψεις στο μυαλό μου. Η γυναίκα με το τρεμάμενο χέρι κρατάει μια σελίδα από το βιβλίο της και μπορεί, ευκρινώς πια, κανείς να διακρίνει το τρέμουλο που αποτυπώνεται, καθώς τρέμει μαζί του κι η σελίδα. Τώρα γράφω πιο γρήγορα, κι αναρωτιέμαι προς τι αυτό το ανεξήγητο άγχος που νιώθω. [βαρέθηκα το τέλειο, κι αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στις σπασμωδικές κινήσεις μου] Το πλοίο βούτηξε στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας. Δεν μπορώ πια να διαχωρίσω τη θάλασσα από τον ουρανό.

 

varvouti

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s