ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

ALICE

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Δεν είμαι πια παιδί, κι όμως συνεχίζω να μην καταλαβαίνω τον κόσμο. Όλοι μιλάνε γι` αριθμούς. Πέντε, έξι, χίλια, διακόσια, μετράνε το ένα, ζυγίζουν το άλλο, τους βαρέθηκα, λες κι είμαστε όλοι μπακάληδες, τα πάντα είναι αριθμοί. Αλλά κι εμένα, δεν ξέρω γιατί, μ` ανατριχιάζει εκείνο το εφτά που επαναλαμβάνει σε μια μπαλάντα του Bob Dylan η φωνή του David Lynch: Αργά την νύχτα, κάπου στη Νότια Ντακότα σε μια φάρμα, ένας αγρότης μ` εφτά κρότους σκοτώνει τη γυναίκα και τα παιδιά του την ώρα που εφτά αέρηδες χτυπάνε την εξώπορτα και τα κογιότ αλυχτάνε στις ερημιές. Φαντάζομαι τον ίδιο τον Διάβολο να το τραγουδάει (Με τη φωνή του David Lynch), αν του αρέσουν τα μπλουζ, καθισμένο κάπου στην ερημιά τη νύχτα, με μια ακούρδιστη κιθάρα που` χει εφτά χορδές και μ` εφτά κογιότ να τον περιτριγυρίζουν.

Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω τον κόσμο, αυτός ο κόσμος, ο μικρός ο μέγας, στο πλατύσκαλο της πλατείας τα δειλινά και στο πατάρι κάτι μεσημέρια κρύψαμε ρομάντζα και διηγήθηκαμε τα όνειρα που είδαμε την περασμένη νύχτα, με τσιγάρα κρυμμένα στη φόδρα του μπουφάν, σταυροπόδι και κορδόνια να φουσκώνουν στα παπούτσια, με ιδέες να φουσκώνουν αερόστατα, ρομαντικοί επιδειξίες και φραπέδες στην τράκα φίλε… Mας πρόδωσαν όλα μου φαίνεται, ακόμα και η ραπ έγινε τραπ, δεν συνέβηκε ποτέ τίποτα κι όμως όλα συνεχίζουν και συμβαίνουν, ένα μικρόκοσμο που διαρκεί όσο ένα δευτερόλεπτο, τον πήρα και τον κλείδωσα σε μια ξεχαρβαλωμένη σόμπα, απ` αυτές με το σύρτη στο πορτάκι, τη μυρωδιά απ` τα κάστανα που καίγονται και το κλαδί που ξεφλούδισε ο παππούς να μοιάζει με πιστόλι θυμάσαι…

Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω τον κόσμο, την μανία των ανθρώπων να συζητάνε για τον καιρό λες κι είναι φυτά, τις βελούδινες κουρτίνες που κουνιούνται στον άνεμο, τον ελεύθερο χρόνο (αν υπάρχει και φυλακισμένος, ας τον ελευθερώσουμε), την θλίψη που κρύβει το ηλιοβασίλεμα, τις γραβάτες που κοιτούν προς το έδαφος αποπροσανατολιστικά ενώ θα `πρεπε να κοιτούν προς το ταβάνι, δεν καταλαβαίνω τίποτα απ` όλα αυτά, εγώ, το μόνο που έχω είναι ένα υπόγειο γεμάτο βιβλία και κιτρινισμένα ραβασάκια και μια ντουλάπα που στην πόρτα της χάραξα μ` ένα κλειδί τη λέξη cellardoor και στις κρεμάστρες άφησα τα χρόνια μου να κρέμονται τρύπια και βρώμικα σαν πειρατικές σημαίες. Α, δεν σε ξέχασα μικρή μου, έχω και μια γάτα την Άλις, που όλο μου παραπονιέται πως θέλει να πετάξει, να βρει ένα αεροπλανάκι όπως αυτά στις ταινίες με τον Ιντιάνα Τζόουνς και να πετάξει, πέρα σε παγωμένες θάλασσες στο Βορρά, γύρω από παγόβουνα κι ερειπωμένους φάρους, είναι τρελή αυτή η γάτα μου… Τα δειλινά, καθόμαστε ψηλά στα κεραμίδια με τα πόδια μας να κρέμονται και πίνουμε κράνο κόκκινο που `ναι σαν το θάνατο, κι η Άλις με τ` αυτιά της κρυμμένα σε μια μάσκα δερμάτινη, πιλότου (ή μήπως είναι βούλες γύρω απ` τα μάτια;) μουρμουρά πως είναι γάτα τόση δα, πως οι γάτες δεν πετάν χοροπηδάν μονάχα, γι` αυτό και κυνηγάνε τα πουλιά, κι εγώ τι ν` απαντήσω, μονάχα γράφω συνέχεια γράφω κι όλο δεν γράφω τίποτε, και δώστου η πίκρα μας να βγαίνει απ` τα μάτια δάκρυ-δάκρυ, εκεί ψηλά στα κεραμίδια να καιγόμαστε απ` τον ήλιο, άιντε πόσο ακόμα, στεγνώσαμε, κουράγιο.

                                          dominik

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s