ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Το Χρώμα στο Ταβάνι

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Ήμασταν στο δωμάτιο κι ετοιμαζόμασταν να βγούμε. Εκείνη, φορούσε ένα κοντό, λευκό φόρεμα που τόνιζε την μαυρισμένη επιδερμίδα της και τα ξανθά μαλλιά της. 

«Μπορείς να μου πεις αν διαγράφεται το εσώρουχο πάνω στο φόρεμα;» με ρώτησε κάποια στιγμή.

«Ναι μωρό μου», είπα. «Για γύρνα να σε δω…»

Εκείνη γύρισε. Η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσα να διακρίνω το εσώρουχο της. Ήξερα όμως, ότι για να με ρωτήσει κάτι τέτοιο, σίγουρα κάτι σατανικά μικρό θα φορούσε. Αν και το πιο σατανικό θα ήταν να μην φορούσε τίποτα.

«Όχι, δεν βλέπω κάτι. Για κάνε όμως πως περπατάς».

Εκείνη έκανε πως περπατούσε. Με `κείνα τα σφιχτά πόδια της που ένα θεός ήξερε από ποιο σημείο ξεκινούσαν και σε ποιο σημείο τελείωναν, και με `κείνες τις γόβες της -κλοκ-κλοκ-κλοκ. Ήτανε μια σατανική γυναίκα.

«Όχι μωρό μου», είπα. «Δεν βλέπω τίποτα».

Εκείνη γύρισε και μ` αγκάλιασε. Τα ρουθούνια μου τσίτωσαν από το άρωμα της. Ένα φιλί μου `δωσε. Σαν αυτά που δίνουν τα μωρά. Στο σημείο που κάνουν γωνία τα χείλη.

Καλέσαμε ταξί και βγήκαμε στο δρόμο. Περιμέναμε. Εκείνη, με το λευκό της φόρεμα, μια πεταλούδα στο σεληνόφως, πότε σταύρωνε τα χέρια της, πότε διόρθωνε τα μαλλιά της, κι εγώ, σκυφτός, ρουφούσα και ρουφούσα απ` το ρημάδι το ηλεκτρονικό -πιο πολύ ατμός έβγαινε παρά έμπαινε. Η ζέστη που έπηζε τον αέρα, μας ηλέκτριζε. Οι πιτσιλιές των αστεριών, μας ηλέκτριζαν. Τα πουλιά που σφύριζαν, η μουσική που ακουγόταν από μακρυά, οι γρύλοι στις βατσινιές, πιπέρωναν τις ανάσες που τραβούσαμε και μας ηλέκτριζαν πατόκορφα.

Κάποτε το ταξί ήρθε. Μπήκαμε και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο δεν ανταλλάξαμε κουβέντα. Ακόμα κι ο οδηγός του ταξί δεν μιλούσε. Πράγμα παράξενο για ταξιτζή. Παρατηρούσα απ` το παράθυρο τα δέντρα στη άκρη του δρόμου να μπολιάζουν τα κλαδιά τους με το σκοτάδι. Στον νου μου, τα κλαδιά τούτα ζωντάνευαν στο πέρασμα μας. Συστρέφονταν σαν τα φίδια κι έγερναν με τα φύλλα τους στην άλλη μεριά του δρόμου. Πετούσαμε Στο Σκοτάδι.

Ένιωσα το χέρι της να αγγίζει το δικό μου. Ήταν ζεστό το χέρι της. Γύρισα και την κοίταξα. Το φόρεμα της είχε τραβηχτεί κι άφηνε να φανούν τα μπούτια της. Μου άρεσε που δεν την ένοιαζε. Καθόταν εκεί πέρα με τα πόδια της μισάνοιχτα και χαμογελούσε. Έριξα μια ματιά προς την μεριά του οδηγού. Στον καθρέφτη, δεν υπήρχανε μάτια. Εκείνη την ώρα, μια λάμψη τρεμόπαιξε στον ουρανό. Κι από μαύρο, το σκοτάδι έγινε μωβ.

Όταν φτάσαμε, μου φάνηκε πως περάσανε ώρες. Έβγαλα από την τσέπη μου δυο χαρτονομίσματα και τα `δωσα στον ταξιτζή.

«Νοσταλγία είναι η λαχτάρα της επιστροφής», άκουσα την φωνή του να λέει. Κι ύστερα το χέρι του μου έτεινε τα ρέστα.

Το μαγαζί ήταν πίτα. Από `κείνες τις μηλόπιτες με την κρέμα βανίλιας που περιμένουν να κρυώσουν σε κάποιο περβάζι στην αμερικάνικη εξοχή. Βγήκαμε από το αυτοκίνητο και πήγαμε και καθίσαμε σ` ένα τραπεζάκι στην άκρη του βράχου. Από κάτω μας, η θάλασσα έμοιαζε πηχτή σαν την λαδομπογιά στον μουσαμά. Παραγγείλαμε τα ποτά μας κι αρχίσαμε να τα λέμε. Τριγύρω μας υπήρχαν λουλουδένια φορέματα και καλοσιδερωμένα πουκάμισα. Υπήρχαν οθόνες κινητών που έλαμπαν σαν τα κλεφτοφάναρα στο σκοτάδι και πλαστικές φράουλες που προσπαθούσαν να μιμηθούν τ` ανθρώπινα χαμόγελα. Υπήρχανε κοκτέιλς κι οι συνταγές τους, γραμμένες σε κώδικά με σκούρα μελάνι, στόλιζαν μπράτσα, σβέρκα και λαιμούς.

Στην δεύτερη γύρα, παράτησα το ηλεκτρονικό κι έβγαλα από την τσέπη μου τα μάρλμπορο. Όχι, παίζουμε. Εκείνη, έκανε μια γκριμάτσα. Τα τσιγάρα, ούτε να τα δει δεν ήθελε. Όταν πήδηξε η φλόγα στον αναπτήρα, έσβησαν τα φώτα στο μαγαζί. Η μουσική σταμάτησε. Μονάχα οι οθόνες των κινητών απέμειναν να λάμπουν. Θυμήθηκα μια πεποίθηση που θέλει κάποιες φυλές των Αβορίτζιναλς να πιστεύουν πως οι φωτογραφίες κλέβουν τις ψυχές των ανθρώπων. Τέλος πάντων. Παρατήρησα μες στο μισοσκόταδο κάποια κεφάλια να σηκώνονται και να κοιτάζουν τον ουρανό. Όσο περνούσε η ώρα, τα κεφάλια αυτά γίνονταν όλο και περισσότερα. Τ` αυτί μου άρχισε να πιάνει κουβέντες από δω κι από κει για τ` αστέρια και τους αστερισμούς τους. Ακόμα κι εκείνη, ανακάτευε το ποτό της και κοιτούσε τ` αστέρια. Εγώ, δεν μπορούσα αλλιώς, κοιτούσα αυτήν.

«Μη μ` αγαπάς», μου είπε κάποια στιγμή και τράβηξε τα μάτια της από τον ουρανό και τα κάρφωσε μες στα δικά μου.

«Άσε με να ξεγελιέμαι», της είπα.

Την ώρα που σηκωθήκαμε να φύγουμε, τα φώτα άναψαν. Η μουσική άρχισε να παίζει και τα κεφάλια γύρω μας ευθυγραμμίστηκαν. Θα θυμούνταν τον ουρανό μονάχα αργότερα, σκέφτηκα, στον ύπνο τους.

Ο ταξιτζής δεν άργησε να έρθει. Περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες και σφύριζε. Τον αναγνώρισα από το τζόκεϊ που φορούσε. Ήτανε κίτρινο και στο μπροστινό του μέρος έγραφε «ΤΑΧΙ». Εκείνη, όταν τον είδε, πήρε το χέρι μου και το `σφιξε. Ό ταξιτζής κοντοστάθηκε στα δυο μέτρα και της έκανε νόημα. Εκείνη τότε μ` αγκάλιασε. Τα ρουθούνια μου τσίτωσαν από το άρωμα της. Ένα φιλί μου `δωσε. Στο σημείο που κάνουν γωνία τα χείλη. Κι ύστερα μ` άφησε και πήγε κοντά του.

Εκείνος της έτεινε το μπράτσο του κι εκείνη το έπιασε. Έκαναν μεταβολή κι άρχισαν να περπατάνε.

«Περίμενε!» φώναξα.

Κοντοστάθηκαν. Ο ταξιτζής γύρισε και με κοίταξε.

«Νοσταλγία, είναι η λαχτάρα της επιστροφής», μου είπε και το σκοτάδι από μαύρο έγινε μωβ.

Εκείνη, είχε το πρόσωπο της χωμένο στο λαιμό μου. Τα μαύρα της μαλλιά μου γαργαλούσαν τα μάγουλα, έμπαιναν στο στόμα μου, στ` αυτιά μου, τα ένιωθα να συστρέφονται στο μαξιλάρι σαν κλαδιά που ζωντανεύουν με τα φύλλα τους τη νύχτα.

«Μη μ` αγαπάς», μουρμούρισε κι έστριψε τη μέση της στη λεκάνη μου. Τα πόδια μας μπλέξανε. Δεν ήξερα πως το κάνει αυτό.

«Άσε με», της είπα και την φίλησα. «Άσε με να ξεγελιέμαι».

Το ένα φιλί έφερε το άλλο και καταλήξαμε να σερνόμαστε στο κρεβάτι σαν τα φίδια. Δεν μιλάω για σεξ. Απλώς παίζαμε. Την δάγκωνα στα χείλη, στο λαιμό, στα στήθη, με τρέλαινε. Κάποια στιγμή κουραστήκαμε. Τράβηξα δυο τσιγάρα και της έδωσα το ένα. Εκείνη, άναψε το τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό στη μούρη μου. Χαμογέλασε.

«Τι γελάς;» έκανα.

«Τίποτα».

Καπνίζαμε τα τσιγάρα μας και παρατηρούσαμε το ταβάνι. Ήτανε βαμμένο μαύρο, όμως καθώς σουρούπωνε, μου φαινόταν πως γινόταν μωβ.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s