Αχίλλειος πένα Speak.Easy

πρώην μπαλαρίνα.

[για βία, ξανά για συμπεράσματα και για διδάγματα σε στάσεις]

Του Αχιλλέα Μζ.

Για το προκαθορισμένο μας ραντεβού είχα ετοιμάσει κάτι άλλο. Για την ακρίβεια δεν το είχα ακριβώς ετοιμάσει, αλλά σίγουρα η δημοσίευση αυτού θα ήταν μια πολύ πιο εύκολη λύση. Τελικά αυτό το «άλλο» δεν ξέρω αν θα το δείτε ποτέ, καθώς λίγο πριν το πάτημα του κουμπιού της δημοσίευσης αποφάσισα σήμερα να κάνω κάτι διαφορετικό και λίγο έξω από τα νερά μου. Η αιτία; Συνέβη κάτι, λίγες μόλις ώρες πριν ξεκινήσω να γράφω. Κάτι που ήθελα πολύ να αποτυπώσω όσο το έχω ακόμη φρέσκο και ζωντανό στο μυαλό μου. Στην κουζίνα λένε πως δεν είναι απαραίτητο να μαγειρεύει κανείς πολύπλοκα και φανταχτερά αριστουργήματα, αλλά να κάνει απλώς καλό φαγητό από φρέσκα υλικά. Εμείς εδώ δεν μαγειρεύουμε. Για του λόγου το αληθές απλά απεικονίζουμε ή αλλιώς οπτικοποιούμε σκέψεις και συμβάντα. Μπορεί λοιπόν το παρακάτω να μην είναι μια πολύπλοκη και φανταχτερή ιστορία, το υλικό της όμως είναι σίγουρα φρέσκο και ζωντανό.

Πολλοί σας λένε συχνά ασπρόμαυρες, χρωματιστές ή άλλες πιο χρυσαφένιες ιστορίες που εκτυλίσσονται στις ζωές τους. Η δική μου ζωή μάλλον δεν έχει τέτοιο ενδιαφέρον και για τον λόγο αυτό δεν το κάνω. Η απλά η δική μου γραφή απέχει αρκετά από την διήγηση ενός γεγονότος σαν να ήταν ένα παραμύθι. Ωστόσο μου αρέσει τόσο που μερικές φορές κοιτώ τον κόσμο και παλεύω από μέσα μου να σχηματίσω μια ιστοριούλα που θα ταιριάζει στο κάθε άτομο που περνάει από μπροστά μου. Φορώ τα σκουρόχρωμα γυαλιά μου και ελπίζω να μην καταλαβαίνουν το καρφωμένο επάνω τους βλέμμα μου και με περνούν για περίεργο, που μεταξύ μας τώρα ίσως και να γίνομαι όταν πλάθω τις ιστορίες των ζωών των ξένων. Ακριβώς αυτό έκανα και σήμερα. Τελικά πόσο λάθος μπορεί να είναι η ιστορίες μου;

Το σκηνικό ανάλογο με μία ακόμη απόπειρα διήγησης που έκανα κάποτε. Μία στάση λεωφορείου. Ενδιαφέρουσα τοποθεσία, καθώς εκεί συναντάς πολλούς ανθρώπους. Παίζουν με τα κινητά τους ή τσακώνονται για το ποιος θα πρωτοκάτσει. Σπρώχνονται ή αγκαλίαζονται. Χαμογελούν και δρακρύζουν. Φέρονται λογικά και παράλογα.

Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μου κάθισε απέναντι μου και έψαξε την τσάντα της. Μία ώριμη γυναίκα γύρω στα σαράντα, με ένα κολάρο στο λαιμό, που ταυτόχρονα έμοιαζε ταλαιπωρημένη και περιποιημένη. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε κότσο, φορούσε φόρμες και το πρόσωπο της ήταν λαμπερό. Εντούτοις δυσκολευόταν να στηριχτεί στα πόδια της, χωρίς όμως να προσπαθεί να πιαστεί από κάπου. Έμοιαζε με τοξικομανή ή μεθυσμένη. «Μεθυσμένη στις 12:00 το πρωί λίγο δύσκολο. Οπότε μάλλον είναι μια όμορφη τοξικομανής» σκέφτηκα.

Η «τοξικομανής» με πλησίασε. Ίσως επειδή αντιλήφθηκε πως την κοιτούσα. Ίσως πάλι, επειδή ήμουν ο πιο όμορφος της στάσης (Duh!). Λίγες ώρες νωρίτερα όταν είχα πάρει το πρώτο λεωφορείο της ημέρας μια άλλη γυναίκα, πατημένα εβδομήντα, ισχυρίστηκε πως κάποιος της έκλεψε το πορτοφόλι. Σε ίδιο μπελά βρέθηκε προχθές και η Ρ. όπου σε αντίστοιχη φάση πήραν το κινητό της από την τσέπη του φούτερ της. Ήταν λογικό λοιπόν, έχοντας όλα αυτά στο μυαλό μου, στο πλησίασμα μιας γυναίκας που στην δική μου ιστορία ήταν «τοξικομανής» να τρομοκρατηθώ.

Ξεκίνησε να μου μιλά. Έλεγε κάποιες ασυναρτησίες και λίγες μόνο από τις λέξεις της έβγαζαν μερικό νόημα. Προσπαθούσα να της απαντώ και έκανα δειλά βήματα απομάκρυνσης. Δεν έφυγα. Κρατούσα μόνο μια απόσταση ασφαλείας. Ήθελε να πάει ανατολικά, και περίμενε στην στάση ενός λεωφορείου που πάει δυτικά. Την εξήγησα πως πρέπει να αλλάξει στάση και κάθισε για λίγα λεπτά να με κοιτάει. Μου ζήτησε συγγνώμη. «Κανένα πρόβλημα» της είπα. Δευτερόλεπτα πριν φύγει για την σωστή πλέον στάση μου είπε «Ντρέπομαι». «Ντρέπομαι για αυτό που θα σου πω», φαντάστηκα πως θα μου ζητήσει χρήματα. Έκανα ένα βήμα πίσω και έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες του τζιν μου για να προστατέψω το πορτοφόλι μου. Τώρα που το γράφω απορώ το γιατί τρόμαξα. Όπως είπα εξ αρχής μιλάμε για μια γυναίκα που στεκόταν με δυσκολία στα πόδια της. Δεν μπορούσε να με χτυπήσει, να μου πάρει το κινητό ή το πορτοφόλι και να τρέξει ανάμεσα από τον τόσο κόσμο. Ωστόσο τα συναισθήματα μου δεν άλλαζαν.

Άλλαξαν όμως με το που κατάφερε να μου πει τον λόγο για τον οποίο ντρεπόταν. «Πείτε μου» την προέτρεψα. Η «τοξικομανής» δεν ήταν τοξικομανής. Ήταν μια σαρανταπεντάχρονη όμορφη γυναίκα. Δασκάλα κλασικού μπαλέτου στην Αθήνα. Θα έπρεπε να το είχα καταλάβει από την κορμοστασιά και τον περιποιημένο κότσο. Εκεί είχε έναν σύντροφο. Τον αγαπούσε αλλά τον άφησε και γύρισε εδώ, στην οικογένεια της. Τον άφησε γιατί την χτυπούσε. Την προκάλεσε σωματικές βλάβες. Τόσο που πλέον δεν μπορεί να στηρίξει το κεφάλι της. Επίσης την επηρέασε στην ομιλία. Τόσο που δεν μπορεί πλέον να αρθρώσει μια πρόταση χωρίς να κάνει παύσεις.

Πού θέλω όμως να καταλήξω; Γιατί πάντα οι ιστορίες πρέπει να έχουν κάποιο δίδαγμα.

Είχα γράψει στο πρόσφατο παρελθόν για τα συμπεράσματα που βγάζουμε στα γρήγορα. Συνήθως είναι λανθασμένα. Τα πρεζάκια δεν είναι πρεζάκια. Οι μαύροι δεν θέλουν να σου κλέψουν το κινητό. Όσοι φορούν κουκούλα, καπνίζουν και έρχονται προς το μέρος σου δεν θέλουν να σε δείρουν. Από την άλλη όντως ίσως στον κόσμο να υπάρχουν και μαύροι που κλέβουν και άνθρωποι με κουκούλα και τσιγάρο που δέρνουν. Γι’ αυτό για σκέψου αυτό: πόσο ωραίο θα ήταν αντί να βλέπεις κάτι και να το κρίνεις σαν να το ήξερες από καιρό, να το κρίνεις αφού όντως το γνωρίσεις;

Οι άνθρωποι βγαίνουμε στο δρόμο κάπως και οι άλλοι άνθρωποι μας αντιμετωπίζουν κάπως για το πώς βγαίνουμε. Στεκόμαστε στις στάσεις και μοιάζουμε έτσι ή αλλιώς χωρίς πραγματικά να είμαστε.

Οι άνθρωποι κουβαλάμε τις δικές μας αναμνήσεις και εμπειρίες. Ο καθένας έχει τα δικά του βιώματα, που ίσως κανένας γραφιάς κάτω από τα σκουρόχρωμα γυαλιά του δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Βιώματα τα οποία μας κάνουν να ντρεπόμαστε για το πώς καταντήσαμε.

Οι άνθρωποι έχουμε τα πράγματα εκείνα που ντρεπόμαστε να πούμε φωναχτά. Αλλά είναι τέτοια η ανάγκη μας που κάποια στιγμή στεκόμαστε να απολογηθούμε σε έναν ξένο στην στάση ενός λεωφορείου. Και τελικά παίρνουμε μια ανάσα που είχαμε ανάγκη, αφού καιρό τώρα πνιγόμαστε στην σιωπή.

Όλοι μπορεί κάποια μέρα, σε κάποια στάση λεωφορείου να είμαστε για κάποιον οι «τοξικομανείς» και στο πλησίασμα μας προς το μέρος τους ίσως να τρομάξουν.

Πραγματικά δεν ξέρω γιατί σας λέω αυτήν την ιστορία. Ούτε ποιο ακριβώς είναι το ηθικό της δίδαγμα. Πάντως σίγουρα κάποια διδάγματα έχει. Αναφέρομαι ξανά στα γρήγορα συμπεράσματα, στην ενδοοικογενειακή βία, στο τι τραβάει ο καθένας και (μέχρι κάποια στιγμή τουλάχιστον) δεν το μαρτυράει. Από εκεί και πέρα τα συμπεράσματα είναι δικά σας. Πάντα άλλωστε είναι δικά σας. Προσέξτε όμως να μην είναι γρήγορα. «Οι ιστορίες που πλάθουμε, συχνά είναι λάθος».

mz.1

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s