ιστορίες του δρόμου Speak.Easy

Les Chimères

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Στο βουνό, σε κάποιο πλάτωμα που το πατούσανε μονάχα δέντρα, πήγαμε κι αποκλειστήκαμε για δυο βράδια, ο Βασίλης κι εγώ, κάποιον χειμώνα πριν από ποιος ξέρει πόσους χειμώνες. Ο Βασίλης ήταν παιδικός φίλος, κολλητός που λένε, κι ο μεγαλύτερος παραμυθάς που γνώρισα ποτέ. Ήταν δηλαδή, όχι άνθρωπος που σε φούσκωνε στα ψέματα, αλλά άνθρωπος, μορφωμένος, εκκεντρικός, ένας χιντάλγκο παλαιάς κοπής, που `χε στ` αλήθεια κάτι να σου πει, να σε συμβουλέψει, να σου επισημάνει και που σαν καθόσουν να τον ακούσεις, θα ` νιωθες τα λόγια του να ξεπηδούν από το στόμα του και να ξεχύνονται στον αέρα σαν σβώλος παγωμένο μέλι που διαλύεται σε μια κούπα τσάι. Κι έτσι, όταν με προσκάλεσε να πάμε να μείνουμε σε μια καλύβα που διατηρούσε στο βουνό, ενθουσιάστηκα και φυσικά, δέχτηκα αμέσως.

Τα κούτσουρα τσίριζαν στο τζάκι, στα πρόσωπα μας οι φλόγες διέγραφαν σκιές όπως τα χρώματα πολέμου διέγραφαν τα πρόσωπα των ινδιάνων κάτι νύχτες σαν κι αυτή που για να τη ξορκίσουμε, αυτήν και τα ουρλιαχτά των λύκων, ψιθυρίσαμε ιστορίες καθισμένοι στο πάτωμα, στις παλιές χρωματιστές βελέντζες, ψιθυρίσαμε, ποιος θα μας άκουγε λες, εδώ που `χαμε `ρθει, αποκλεισμένοι απ` το σκοτάδι και το χιόνι που `πεφτε κ` έπεφτε και δεν σταματούσε να πέφτει. Είχαμε φέρει τσίπουρο να μας ζεσταίνει κι από φαί, τρώγαμε κονσέρβες κορν-μπιφ. Ο Βασίλης, μιλούσε και τσιμπούσε με το σουγιά του το κρέας σα να φοβόταν μην του το κλέψουν, βιαζόταν να προλάβει, να τα χωρέσει όλα μες στο στόμα του — τα λόγια και το φαί, λες και το `να δεν κάνει χωρίς τ` άλλο. Μιλούσε με συγκίνηση για τον πατέρα του, που τις νύχτες, τον καιρό της χούντας, αποτραβιόταν σε μια γωνιά του σπιτιού και συντόνιζε το τρανζίστορ του στα παράσιτα της ντόιτσε βέλε, με σφραγιστά τα παντζούρια και με τα σούσουρα των γυναικών να προσπαθούν να σκεπάσουν τον ήχο του τρανζίστορ. Κι εκείνη τη στιγμή, το ` νιωσα, πως όλες οι νύχτες εμπεριέχουν όλες τις νύχτες — η χούντα δεν είχε στ` αλήθεια χαθεί. Το τρανζίστορ από μικρό και σακατεμένο που ήτανε, σηκώθηκε, ξεδίπλωσε δοκάρια κι έγινε καλύβι, τα σούσουρα των γυναικών γίνανε νιφάδες, χιόνι και κλάμα λύκων που ταξιδεύει με τον άνεμο στ` αυτί και τα παράσιτα στα βραχέα γίνανε λόγια που τα ξεστόμιζε ο Βασίλης για να λογχίσει την περιβολή της ανθρώπινης συνθήκης. Κι αλήθεια, εκείνη τη νύχτα που ήταν όλες οι νύχτες, ο Βασίλης, ένας άνθρωπος που ήταν όλοι οι άνθρωποι, κάποια στιγμή σηκώθηκε, μ` ασπάστηκε στο μέτωπο, έσπρωξε την εξώπορτα και βγήκε ν` αντιμετωπίσει τη νυχτιά και δεν γύρισε ποτέ.

dominik

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s