Περί αστέρων και συμπάντων Speak.Easy

αυτόχειρας

Της Δήμητρας Βαρβούτη

Ο χρόνος είναι ένα μεγάλο γρανάζι και οι άνθρωποι είναι τα επιμέρους μικρά, τοσοδούλικα γραναζάκια που τρέχουν εφαπτομενικά με αυτό, και προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να μην σταματήσουν ποτέ να εφάπτονται, αλλά κάποια στιγμή αποτυγχάνουν. Και φεύγουν.

[Τι σκέφτεται ένας αυτόχειρας τη στιγμή ακριβώς πριν βουτήξει από τα κάγκελα του έκτου; Τι τον ωθεί να βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού;]

Να αιωρείται πάνω από την άβυσσο,

να βρίσκεται ένα βήμα πριν το κένο,

να ατενίζει το χάος;

[Τι σκέφτεται τα δύο δευτερόλεπτα αφού πέσει, και συνεχίζει να πέφτει;]

Νιώθω ότι αν ο χρόνος κυλούσε ασυνεχώς, δεν θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε συνείδηση, δεν θα είχαμε μνήμη, ίσως να μην μπορούσαμε να κατανοήσουμε καν τον θάνατο. Σίγουρα θα αντιλαμβανόμασταν ότι κάποια στιγμή ερχόμαστε και φεύγουμε, αλλά ίσως να μην είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο στις πράξεις μας, όσο είμαστε εν ζωή.

Τι κι αν ο χρόνος ήταν σαν στιγμιαίες λάμψεις, σαν μια εικόνα σε μια οθόνη που έρχεται και φεύγει αστραπιαία, σαν εκατό ηθοποιούς που ορμούν με φόρα στην σκοτεινή σκηνή ενός θεάτρου και ξαφνικά κάποιος ανοίγει το φως και προλαβαίνεις να δεις έστω και έναν; Όμως, αν ο χρόνος ήταν σαν αυτό το παράξενο θέατρο που ηθοποιοί απλά τρέχουν στο σκοτάδι, αιώνια, χωρίς καμία οδηγία, αέναα, τότε ποιος είναι αυτός που ανάβει το φως;

Πότε εγώ, πότε κανείς. Μερικές φορές, το φως απλά ανάβει μόνο του. Όταν προσπαθώ να θυμηθώ κάτι, το ανάβω εγώ. Τις περισσότερες φορές, όμως, γίνεται τυχαία. Στιγμιαίες αναλαμπές, στιγμιαίες πηγές γνώσεις. Αυτό είναι οι σκέψεις.

Οι σκέψεις είναι σαν τα κύματα στη φύση, τα οποία πάντα θα χαρακτηρίζονται από έναν δεδομένο θόρυβο, μια μικρή αλλοίωση σήματος. Στην αρχή, είναι άναρχες, ακαταλαβίστικες, χαμένες στο ασυνείδητο, μέχρι να διηθηθούν από το συνειδητό, να αφαιρεθεί δηλαδή ο θόρυβος, και να μπορέσουμε να τις καταλάβουμε, ώστε να τις εκφράσουμε.

Από τη στιγμή που σκέφτομαι κάτι, πρέπει να υπάρχει κάποιος χρόνος που μεσολαβεί μέχρι να αντιληφθώ τις σκέψεις μου, πριν ακόμα αυτές χαθούν για πάντα – ή έστω και προσωρινά – στον Καιάδα του μυαλού μου.

[Άρα, ο αυτόχειρας δεν σκέφτεται τίποτα τα δευτερόλεπτα που πέφτει – ή μάλλον καλύτερα δεν προλαβαίνει να σκεφτεί τι σκέφτεται γιατί τη στιγμή που θα καταλάβαινε, ο χρόνος σταματάει γι’ αυτόν. Πεθαίνει. Ο χρόνος για κάθε άνθρωπο είναι πεπερασμένο μέγεθος. Αρχίζει όταν εκείνος γεννιέται και τελειώνει όταν πεθαίνει, ανεξάρτητα από την αυθυπαρξία του.]

Ένας καταρράκτης το μυαλό του ανθρώπου, κι εκείνος σαν διψασμένος ζητιάνος με ένα μικρό ποτήρι προσπαθεί να πάρει λίγο νερό.

varvouti

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s