Μετάβαση στο περιεχόμενο
Advertisements

Καλή Καρδιά

Του Κωνσταντίνου Δομηνίκ

Εντάξει, ναι, η Πρωτοχρονιά. Ωστόσο, νομίζω πως θα ήταν καλή ιδέα να γιορτάζαμε την πρωτοχρονιά  την ημέρα των γενεθλίων μας. Δηλαδή, με τον ίδιο τρόπο που γιορτάζουμε συναινετικά την αλλαγή του ημερολογιακού χρόνου, με τον ίδιο τρόπο να γιορτάζουμε  και την αλλαγή της ηλικίας μας. Του δικού μας, προσωπικού χρόνου. Έτσι κι αλλιώς, οι μεγάλοι αριθμοί δεν μας λένε ουσιαστικά τίποτα. Δε δίνουμε «χρόνο» στον εαυτό μας να αναλογιστεί τη μικρότητα του απέναντι σε εκείνους τους αριθμούς που προσπαθούν πεισματικά να χαρτογραφήσουν το ίδιο το Σύμπαν. Οπότε ναι, γιατί όχι, όταν μετατοπίζεται η κλίμακα σε προσωπικό επίπεδο ξεμπροστιάζεις τον εαυτό σου και τον αναγκάζεις να αναρωτηθεί καταρχάς για ποιο πράγμα ακριβώς γιορτάζει και γιατί.

Διαπιστώνω συνεχώς, πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν όνειρα. Κι όταν μιλώ για τους περισσότερους ανθρώπους δεν μιλάω για την «κόσμο». Μιλώ για σένα και για μένα.(The Rest is Television). Διαπιστώνω επίσης, πως στην πραγματικότητα οι άνθρωποι δε θέλουν καν  να έχουν όνειρα. Τα αληθινά όνειρα είναι μια αρρώστια, η οποία «θεραπεύεται» συνήθως κατά τη διάρκεια της εφηβείας από τους Σκοπούς, τους Φύλακες δηλαδή, που ξύνουν την ονειρόσκονη από τη σάρκα σου κι έπειτα προσέχουν να μην παρεκκλίνεις από τους Στόχους σου. Κι είναι περίεργο που όλοι οι Στόχοι μοιάζουν μεταξύ τους: Είναι τοποθετημένοι σε μια γραμμή, στρόγγυλοι, φτιαγμένοι συνήθως από χαρτί ή κανναβάτσο και αποτελούνται από ομόκεντρους κύκλους διαφορετικών χρωμάτων (ή μήπως είναι λαβύρινθοι;). Φυσικά στο κέντρο τους βρίσκεται σε σχήμα καρδιάς,  το άτομο, το άτμητο, αυτό που δε διαιρείται, κι αν το πετύχεις αρκετές φορές τότε ναι, έχεις «στόχο» (Ο Στόχος είναι η Καρδιά). Για όση ώρα διαρκεί η σκοποβολή, εσύ δεν αντιλαμβάνεσαι τους Σκοπούς που σκοπεύουν εσένα που σκοπεύεις τον Στόχο. Με τον καιρό και την εμπειρία, μετατρέπεσαι κι εσύ ο ίδιος σε Σκοπό και αναλαμβάνεις το δύσκολο έργο των δήμιών  σου, δηλαδή να σκοπεύεις, ενίοτε και να κατά-σκοπεύεις για λογαριασμό ούτε κι εσύ ξέρεις ποιανού. Επειδή όμως τα χρόνια περνάνε και τα μάτια σου δεν είναι πια αυτό που ήταν -αυτό είναι η μια εξήγηση-  βλέπεις τους Στόχους να μετατρέπονται σε Σκοπούς και ενώ από τη μια εντυπωσιάζεσαι και ενδεχομένως τρομάζεις από την άλλη, δεν έχεις το κουράγιο να σταματήσεις αυτό που συμβαίνει (Μα τι συμβαίνει;) και συνεχίζεις και σκοπεύεις, σκοπεύεις και σκοπεύεις, κι όλο σκοπεύεις με τα χέρια σου να τρέμουν και με τη γέρικη πλάτη σου σκισμένη πια και γεμάτη τρύπες. Κι αυτό φίλε είναι το Παιχνίδι, κι όλοι θέλουν να το παίξουν όσο καλύτερα μπορούν, να βγαίνουνε πρώτοι, (το ύφασμα στο κέντρο γίνεται κουρέλι, η Καρδιά γεμίζει τρύπες από τις οποίες αναβλύζει, όχι νερό, μα σκέτο αίμα) και κανείς δεν βλέπει το Σκοτεινό Δάσος που απλώνεται πίσω από τους Στόχους. Κανείς δεν γνωρίζει πως κάπου εκεί μέσα στο Σκοτεινό Δάσος κρύβεται το ξέφωτο, κι αν κάποιος κάποτε αναρωτηθεί για το τι μπορεί να υπάρχει στο Σκοτεινό Δάσος, όλοι του λένε, τίποτα, ένα δάσος είναι, μην πας θα χαθείς. Κανείς δεν σκέφτεται πως για να το διασχίσεις, θα πρέπει εσύ ο ίδιος να το φωτίσεις, να ξεφύγεις (ξέφωτο, το φως που ξεφεύγει) να γίνεις ένα μικρό, κινούμενο ξέφωτο που το φως του θα φωτίζει τα βήματά σου στο δρόμο για το μεγάλο Ξέφωτο, την Χώρα των Θαυμάτων, μα επιτέλους, κannst du nicht sehen was hier abgeht?

3e421c471e77af48cef467e83bcdf84d.jpg

Αφήνω το γράψιμο και πηγαίνω και ξαπλώνω στον καναπέ. Βολεύομαι ανάμεσα στα μαξιλάρια και αφήνω το νου μου ελεύθερο κι εκείνος χλιμιντρίζει κι αρχίζει τρέχει. Είναι νύχτα κι είμαι μόνος μου. Έξω το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει, το βλέπεις και λες πως δε θα τελειώσει ποτέ ο χειμώνας, πως ήταν έτσι από πάντα. Α, το χιόνι. Ντράπηκαν οι ουρανοί και βάλθηκαν να υφάνουν ένα χιονοσέντονο που θα μας κρύψει, κι εμάς και τα καμώματα μας, από τα μάτια του Θεού. Τις εύθραυστες ζωούλες μας, την συνεχή γκρίνια μας και τη μιζέρια, να μείνει μόνο το χιόνι που τα βράδια στο κίτρινο μισόφως των φανοστατών μοιάζει με κρέμα γλυκιά, βανίλιας. Να τα σκεπάσει όλα, να μην μείνει τίποτα και στη θέση τους στην  θανατερή ερημιά, να βάλουμε πουλιά που χοροπηδώντας θα τσιμπολογάνε το γλυκό χιόνι και τα τσαουνίσματά τους θα αντηχούν τριγύρω στις σιωπηλές πολυκατοικίες.

Ξαπλωμένος στον καναπέ μέσα στην Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής μου, επινοώ όμορφα ψέματα, αληθινά, που δεν προδίδουν και παρηγορούμαι στη σκέψη πως  ό, τι δεν προδίδει στέκει αληθινό . Δεν έχουμε 2019, είμαστε ακόμα στο 1506. Το σπίτι μου είναι οχυρό φτιαγμένο με ξύλινα, κοφτερά μολύβια, όρθια και δεμένα μεταξύ τους κι η πόλη με τις σκοτεινές πολυκατοικίες της δεν είναι παρά μια ζούγκλα με τα δέντρα της  κρυμμένη κάπου στην Νότιο Αμερική κι εγώ είμαι ένας άποικος και προσπαθώ να αντισταθώ όσο μπορώ στους ιθαγενείς που πολιορκούν κατά καιρούς το οχυρό μου. Δεν ξέρω αν τα καταφέρω, μα δες, μόλις που ανοιγόκλεισα τα μάτια μου και το σπίτι επιστρέφει στην πρότερη του μορφή. Στα χέρια μου κρατώ μια ξύλινη πίπα, το μόνο που μου απέμεινε από τον παππού μου χαμένο πια εδώ και είκοσι χρόνια. Θα την ανάψω σήμερα, στη μνήμη του. Είναι μια όμορφη πίπα, με τ` αρχικά Κ.Κ σκαλισμένα στο πλάι της. Σημαίνουν «Καπετάν Κώστας», έτσι μου λένε. Εγώ όμως το ξέρω, μου το `πε εμένα ο παππούς μου, που αν και τον έφαγε το χώμα, το φάντασμά του είναι ακόμη εδώ και τρίζει τους σοβάδες μέσα στη σιωπή, το ακούω να μου ψιθυρίζει πως το Κ.Κ στην πραγματικότητα σημαίνει Καλή Καρδιά, ιδού το μυστικό λοιπόν, να `χεις Καλή Καρδιά.

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s