Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μια ξανθιά, ένας Κινέζος κι ένας Μπάρμαν -Ρομπότ.

του Δημήτρη Βέρρου, 

 

Η ώρα είναι 12:00 το βράδυ. Η τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Δεν έχω πάνω μου ρολόι, δεν μου αρέσει να ξέρω τι ώρα είναι. Μ αρέσει να εκμεταλλεύομαι την στιγμή και αν κοιτάω την ώρα νιώθω πως ζω σε μια γυάλα και ότι σύντομα το οξυγόνο μου θα τελειώσει. Νιώθω πως παίζω σε ένα από εκείνα τα τηλεπαιχνίδια που μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι έξυπνος και αν δεν το κάνεις, όλοι σε κοιτάνε με λύπηση. Κοίτα τον καημένο, λένε, δεν γνωρίζει ούτε τα βασικά! Οπότε όχι! Δεν θέλω να ξέρω την ώρα. Πνίγομαι! Ο χρόνος άλλωστε είναι σχετικός, έτσι λένε. Εδώ είναι μεσάνυχτα, αλλά στην Κίνα μπορεί να είναι πρωί. Με πιάνεις ;

    Κατηφορίζω σε ένα δρομάκι μια άγνωστη ώρα λοιπόν. Γύρω μου ακούγονται κόρνες αυτοκινήτου, σειρήνες ασθενοφόρου και αλυχτίσματα σκύλων. Ίσως πεινάνε, ίσως πονάνε , ίσως πάλι θέλουν να ζευγαρώσουν. Έχω ακούσει πως τα ζώα πρέπει να καλέσουν το ένα το άλλο σε ερωτικό ουρλιαχτό για να κάνουν αισθητή την επιθυμία τους. Δεν είναι αστείο; Σκέψου να το κάναμε κι εμείς αυτό. Θα ήταν τρελό ! Το σκέφτομαι λίγο ακόμα και καταλήγω στην απόφαση πως και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν διαφέρουν πολύ. Αντί να ουρλιάζουμε κάνουμε άλλα πράγματα που ίσως ήταν προτιμότερο το ουρλιαχτό τελικά. Αλλά αυτό είναι συζήτηση για άλλη στιγμή. Έχω βγει από το δρομάκι και κοιτάω δεξιά και αριστερά προς απόφαση διαδρομής. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα έναν συγκεκριμένο προορισμό. Ήθελα μόνο να πιω , να καπνίσω και να ακούσω μουσική. Όπως κάθε βράδυ. Στην τσέπη μου κουδουνίζουν μερικά χρήματα και είναι τα τελευταία που έχω. Λογικά θα μου φτάσουν για μια μπύρα και ένα σφηνάκι. Άλλωστε δεν είμαι για περισσότερα.

     Ο κεντρικός δρόμος είναι ταραχώδης και τόσο φωτεινός που κάνει τα μάτια μου να πονάνε. Νομίζω πως δεν έχω συνέλθει ακόμα από το χθεσινό μεθύσι. Περιλάμβανε πολλά ποτήρια ουίσκι, μια ξανθιά , που σίγουρα θα μου ράγιζε την καρδιά και έναν Κινέζο.  Δεν ξέρω που βρέθηκε ο Κινέζος και τώρα νιώθω πως λέω ένα ανέκδοτο φίλου για να γελάσετε . Σας υπόσχομαι πως δεν είναι ανέκδοτο. Σκέφτομαι όμως αυτό που είπα πριν για την Κίνα και τον χρόνο. Μήπως τελικά βρίσκομαι στην Κίνα; Κοιτάω αριστερά και δεξιά τον δρόμο, τα σπίτια και τα κτίρια, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω που είμαι. Η αλήθεια είναι πως τελευταία αλλάζω συχνά μέρος διαμονής. Θα μπορούσα να είμαι νομάς. Θα μπορούσα επίσης να είμαι και στην Κίνα! Η ιδέα αρχίζει και μου αρέσει. Το μόνο πρόβλημα είναι πως δεν είναι πρωί και δεν βλέπω κανέναν Κινέζο στον δρόμο. Μόνο άδεια πρόσωπα που βιάζονται να πάνε κάπου.

     Αποφασίζω να κουνηθώ από την θέση μου κοντά στον δρόμο και επιλέγω να πάω αριστερά. Ίσως έπρεπε να πάω δεξιά. Όπως και να χει, δεν θα μάθω ποτέ ποια θα μπορούσε να είναι η άλλη εκδοχή της ιστορίας. Καθώς περπατάω κοιτάω τα μαγαζιά γύρω μου για να αποφασίσω που θα μπω να ξοδέψω τα τελευταία μου χρήματα. Τελικά επιλέγω ένα γκρούβι μπαράκι με νέον φωτισμό, κάδρα με ημίγυμνες γυναίκες στους τοίχους και μουσική που μ αρέσει. Ως εδώ όλα καλά. Κάθομαι στο μπαρ και αμέσως έρχεται κοντά μου ο μπάρμαν, που μοιάζει σαν όλους τους άλλους. Ίδιο μαλλί, ίδιο μούσι, ίδια ρούχα ακόμα και τα τατουάζ. Νιώθω πως είναι κούκλα εμπορίου και όχι αληθινός άνθρωπος.

      <<Τι να σου φέρω;>> Ρωτάει και τον κοιτάω. Θέλω να πεισθώ πως δεν είναι ρομπότ. Πώς πίσω από την μπάρα υπάρχουν αληθινά πόδια και όχι καλώδια.

      << Ψάχνεις κάτι φίλε;>> Θέλω να απαντήσω την «χαμένη σου προσωπικότητα» ,αλλά αυτό θα μου φέρει περισσότερα προβλήματα.

      <<Μια μπύρα>> λέω και βγάζει αμέσως ένα παγωμένο μπουκάλι μπύρας που το αφήνει μπροστά μου , χωρίς κάποιο συναίσθημα.

       <<Κάνει 5 ευρώ>> λέει μετά ξανά ανέκφραστος και γελάω.

     <<Μην με γαμάς ρε φίλε!>> Λέω, γιατί δεν έχω τόσα χρήματα.

    <<Δεν βγάζω εγώ τις τιμές>>.

   <<Άρα δεν είσαι σίγουρος ότι κάνει τόσο>>.

    <<Τόσο κάνει. Τόσο κάνουν όλες>>.

   <<Είσαι σίγουρος;>>

   <<Υπάρχει κάποιο θέμα φίλε; Ή πλήρωσε ή φύγε πριν βρεις τον μπελά σου>>.

   <<Εντάξει φίλε>>.

   Βγάζω τα κέρματα από την τσέπη μου και του τα δίνω γνωρίζοντας πως δεν έχω άλλα και το σφηνάκι μου πήγε περίπατο. Θα μπορούσα να διαμαρτυρηθώ. Θα μπορούσα να κάνω σκηνή τύπου γουέστερν, αλλά δεν το έκανα. Δεν το έκανα, γιατί είμαι ένας δειλός μαλάκας. Πίνω την μπύρα με μεγάλες γουλιές και τον παρατηρώ να σκουπίζει επίμονα ένα ποτήρι. Θα ήθελα να μάθω τι συμβαίνει στο μυαλό του, αλλά και πάλι δεν είμαι σίγουρος. Μου φτάνουν οι φωνές στο δικό μου. Ανοίγω το πακέτο με τα τσιγάρα και βλέπω πως έμειναν μόνο δύο. Πίκρα! Στεναχωρήθηκα περισσότερο για τα τσιγάρα παρά για το ότι τελείωσαν τα λεφτά. Δεν γαμιέται!  Σκέφτομαι και βάζω το ένα ανάμεσα στα χείλη μου. Την ώρα που πάω να το ανάψω νιώθω μια παρουσία δίπλα μου. Φοράει μια γλυκερή κολόνια που θυμίζει σάπια φρούτα και καταλαβαίνω πως ήρθε η ώρα για το δικό μου αλύχτισμα.

     <<Κερνάς ένα;>> Με ρωτάει μια φωνή που θα μπορούσε να κάνει λαμπρή καριέρα σε ροζ τηλέφωνα και γυρίζω να την κοιτάξω. Όμορφο πρόσωπο, πλούσια ξανθά μαλλιά, (γιατί με πλησιάζουν μόνο ξανθιές;), μεγάλο στήθος και υπέροχο σώμα. Νιώθω να ζαλίζομαι. Νιώθω το ουρλιαχτό έτοιμο να βγει από το στόμα μου.

     <<Λοιπόν;>> Λέει αργότερα. Με μια κίνηση αλά μπον βιβερ, βγάζω το τελευταίο τσιγάρο από το πακέτο και της το δίνω. Την παρατηρώ να το βάζει ανάμεσα στα χείλη της και να με κοιτάει. Η ανάσα μου κόβεται και το παντελόνι μου φουσκώνει. Φυσάει τον καπνό πάνω μου.

      <<Πώς σε λένε μωρό μου;>>

    <<Έχει αλήθεια τόση σημασία;>>

    <<Γιατί όχι;>> Λέει <<τι φοβάσαι; Η μήπως είσαι κανένας πράκτορας σε αποστολή και δεν θέλεις να χαλάσεις την ταυτότητά σου;>>

    Γελάω. Είναι ένα τρανταχτό γέλιο, από εκείνα που φεύγουν σάλια από το στόμα σου.

    <<Δεν έχω τα φόντα για πράκτορας>>.

   <<Γιατί το λες αυτό ;>>

   <<Δεν τους έχεις δει όλους πως είναι; Σαν μοντέλα περιοδικού! Εγώ έχω περίεργο πρόσωπο, δεν θα έκανα για πράκτορας. Συν ότι φοράω ρούχα που με κάνουν να μοιάζω με παλιάτσο. Αλλά δεν θα τα άλλαζα, είναι τα πιο βολικά ρούχα που έχω φορέσει>>.

    Τώρα γελάει αυτή. Μια μελωδία κακαρίσματος.

   <<Έχεις πλάκα γλύκα μου, αλλά κάνεις λάθος. Είσαι γοητευτικός. Σε πρόσεξα από την πρώτη στιγμή που μπήκες στο μαγαζί>>.

    Δεν ξέρω αν λέει αλήθεια ή ψέματα, το μόνο που ξέρω είναι πως η στύση μου δεν έχει κατέβει. Φαντάζομαι πολλά για τους δυο μας και δεν με νοιάζει αν λέει ψέμματα. Έχω πάψει να πιστεύω τα λόγια του κόσμου. Έχω σταματήσει να πιστεύω στην αληθινή αγάπη. Τελειώνω την μπύρα μου με μια γεμάτη γουλιά και σβήνω το τσιγάρο μου με το μεγάλο μου δάχτυλο.

   <<Να σου πω!>> Λέω σαν να έφαγα φλασιά. << Πιστεύεις πως είμαστε στην Κίνα;>>

   Δεν ξέρω γιατί το ρωτάω αυτό. Το θέμα θα έπρεπε να μην με απασχολεί πια. Αντίθετα, γυρίζει στο κεφάλι μου συνεχώς σαν παράσιτο στο δέρμα.

   <<Δεν ξέρω μωρό μου. Δεν το σκέφτηκα ποτέ>> κοιτάει γύρω της περίεργα. <<Θα μπορούσαμε>>.

   <<Ακριβώς!>> Συμφωνώ με ένα χτύπημα των χεριών. <<Αλλά δεν βλέπω κανέναν Κινέζο εδώ γύρω>>.

    <<Είδα έναν στον δρόμο τώρα που ερχόμουν>>.

    <<Τότε αυτό αρκεί φαντάζομαι>>.

   Μένουμε για λίγο σιωπηλοί μέχρι να τελειώσει κι εκείνη το τσιγάρο της. Συνειδητοποιώ πως δεν την έχω ρωτήσει ακόμα το όνομα της, αλλά δεν θέλω να το μάθω. Αύριο θα την ξεχάσω, δεν θα την δω ξανά και αν ξέρω το όνομα της θα είναι σαν να πήρε ένα κομμάτι μου και το έκανε δικό της . Κι έχω δώσει ήδη αρκετά κομμάτια σε άτομα που δεν το άξιζαν.

    <<Θέλεις να φύγουμε από εδώ;>>

   <<Μαζί;>>

   <<Εκτός αν προτιμάς τον Κινέζο που είδες στον δρόμο>>.

  Σηκώνεται την επόμενη στιγμή από το σκαμπό και κάνω το ίδιο. Το σώμα της φαίνεται πιο καλό τώρα. Αναρωτιέμαι αν μπορεί να δει την στύση μου. Ελπίζω όχι, ακόμα.

   Βγαίνουμε από το μπαρ και περπατάμε δίπλα δίπλα σαν ερωτευμένο ζευγάρι του Χόλυγουντ, αλλά δεν είμαστε έτσι. Περνάμε από το δρομάκι που κατηφόριζα πριν και με μια κίνηση την χώνω εκεί μέσα και την κολλάω στον τοίχο. Πιάνω το πρόσωπό της και ετοιμάζομαι να την φιλήσω, αλλά με σταματάει απότομα.

   <<Ηρέμησε μωρό μου>>.

  <<Δεν αντέχω>> της λέω. <<Σε θέλω εδώ και τώρα!>>

  Με φιλάει και χώνω την γλώσσα μου στο στόμα της. Σταματάμε. Απομακρύνεται.

   <<Εδώ πιο κάτω είναι το σπίτι μου>>.

  <<Φύγαμε!>> Λέω χωρίς να περιμένω κάποια άλλη απάντηση και την τραβάω από το χέρι. Τώρα που την γεύτηκα δεν μπορώ να ξεκολλήσω. Είμαι σαν μεθυσμένος και δεν θέλω να σταματήσω να πίνω.

   Φτάνουμε σπίτι της, ένα μικρό δυάρι ακατάστατο και βρώμικο, θυμίζει το δικό μου. Πετάμε ρούχα και παπούτσια όπου βρίσκουμε και πέφτουμε σε ένα μεταλλικό κρεβάτι που τρίζει. Κοιτάω το πρόσωπό της. Είναι όμορφη και δεν ξέρω τι δουλειά έχει μαζί μου.

   <<Υποσχέσου πως δεν θα φύγεις τρέχοντας το πρωί>> λέει και νεύω καταφατικά. <<Θέλω να το ακούσω!>> επιμένει.

    <<Εννοείται. Θα σου κάνω και πρωινό όπως στις ταινίες του Γούντι Άλεν>> αστειεύομαι, αλλά δεν το σχολιάζει.

   Κάνουμε έρωτα. Ήταν η καλύτερη εμπειρία της ζωής μου και όταν τελειώσαμε, νόμιζα πως πετούσα. Σίγουρα ένιωθα διαφορετικός άνθρωπος. Τώρα ξαπλώνουμε δίπλα δίπλα , τα κορμιά μας βουτηγμένα στον ιδρώτα και το στήθος μας ανεβοκατεβαίνει, ρουφάει λαίμαργα ανάσα. Την κοιτάω, χαϊδεύω τα μαλλιά της.

   <<Που ήσουν όλο αυτό τον καιρό;>>

   <<Έψαχνα να σε βρω>>.

   Κλισέ διάλογος και κάπως επιτηδευμένος, αλλά ξέρω πως αυτό που θέλουμε να πούμε το είπαμε. Κοιμόμαστε . Αυτή έχει το κεφάλι της στο στήθος μου κι εγώ χαϊδεύω το κορμί της με τα ακροδάχτυλά μου. Ο ύπνος είναι λυτρωτικός κι έρχεται γρήγορα.

   Ξυπνάω, επειδή ο ήλιος με τυφλώνει και καλύπτω το πρόσωπό μου με το χέρι μου. Ανοίγω τα μάτια μου και προσπαθώ να καταλάβω που είμαι. Τότε μου έρχεται στο μυαλό. Το μπαράκι, η ξανθιά, ο μπάρμαν -ρομπότ. Κοιτάω και την βλέπω να κοιμάται ακόμα πάνω στο στήθος μου. Μοιάζει γαλήνια και είναι ακόμα πιο όμορφη όταν κοιμάται. Αμέσως σκέφτομαι πως πρέπει να φύγω από εδώ μέσα, πριν ξυπνήσει και χρειαστεί να μείνω και την υπόλοιπη μέρα εδώ πέρα. Και μόνο στην σκέψη η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Παίρνω το κεφάλι της από το στήθος μου και το ακουμπάω στο μαξιλάρι. Σαλεύει, αλλά δεν ξυπνάει.

  Σηκώνομαι και ντύνομαι στα γρήγορα. Βρίσκω τα ρούχα μου πεταμένα σε όλο το σπίτι και τα φοράω όπως – όπως προκειμένου να φύγω από εδώ μέσα. Πριν βγω από το σπίτι βλέπω πάνω σε ένα έπιπλο μερικά χαρτονομίσματα και σκαλώνω. Είναι αρκετά, αλλά δεν πρέπει. Ίσως είναι τα λεφτά που χρειάζεται για να βγάλει τον μήνα. Τα μετράω νοερά και συνειδητοποιώ πως όντως είναι αρκετά, αλλά δεν είναι σωστό. Μην γίνεις κανονικό ρεμάλι!  Λέω στον εαυτό μου, αλλά τα παίρνω. Απλώνω το χέρι μου και τα χώνω στην τσέπη μου. Είναι αρκετά για τσιγάρα, μπύρες και κανονικό φαγητό. Δεν αξίζω άνθρωπο να είναι δίπλα μου, απλά θα τον καταστρέψω. Θα τον σύρω μαζί μου στον βούρκο.

  Με αυτές τις σκέψεις βγαίνω από το σπίτι.

  Καθώς περπατάω στον δρόμο σκέφτομαι όσα έγιναν. Η μέρα τελείωσε ξανά με μια ξανθιά και έναν Κινέζο. Ίσως δεν έπρεπε να πάρω τα λεφτά της. Φαντάζομαι την αντίδραση της όταν ξυπνήσει και δει ότι λείπουν . Τι άνθρωπο θα με κάνει αυτό; Από την άλλη σκέφτομαι πως είμαι ήδη αρκετά κατεστραμμένος για να με απασχολούν τέτοια θέματα.

  Όταν φτάνω σπίτι μου το μόνο που με απασχολεί πια είναι τι θα τα κάνω τα λεφτά και αν βρίσκομαι όντως στην Κίνα. Για το πρώτο έχω απάντηση. Το δεύτερο ίσως δεν το μάθω ποτέ.

   Άλλωστε ο χρόνος είναι σχετικός. Με πιάνεις;

 

verros

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s